Κορεάτικη Ορθόδοξη Εκκλησία

e3_1_img

 

Η Ορθόδοξη Μαρτυρία στην Κορεατική Χερσόνησο

Ιστορική Προσέγγιση

υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας Αμβροσίου

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἤδη διανύει τὸν δεύτερο αἰῶνα τῆς παρουσίας της στὴν Κορέα. Ἀπὸ τὸ ἐπίσημο ξεκίνημά της τὸ 1900 μέχρι σήμερα πέρασε ἀπὸ πολλὲς φάσεις ἀκμῆς καὶ παρακμῆς, περιπετειῶν ἀλλὰ καὶ εὐλογιῶν. Οἱ ἀλλεπάλληλες ἐθνικὲς περιπέτειες τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ οἱ διεθνεῖς πολιτικὲς ἐξελίξεις ἐπηρέασαν καὶ σημάδεψαν ἔντονα τὴν ἱστορική της πορεία.

Ὁ σκοπὸς τῆς ἀνὰ χεῖρας ἐργασίας εἶναι νὰ παρουσιαστοῦν οἱ διάφορες φάσεις τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Κορέᾳ Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ δοθεῖ ἔτσι ἡ δυνατότητα γνωριμίας μιᾶς ἄγνωστης[1], ἐν πολλοῖς, στὸ σύνολό της πλευρᾶς τῆς ἱεραποστολικῆς δραστηριότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Ἀπωανατολικὴ  Ἀσία.

Ἀκριβὴς καὶ ἀμερόληπτη καταγραφὴ τῆς ἱστορίας τῆς ὀρθόδοξης ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει χωρὶς τὴν ἔρευνα τῶν ἀρχείων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Μητρόπολης Κορέας. Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι βασισμένη μὲ ἄμεσο ἤ ἔμμεσο τρόπο καὶ στὶς τρεῖς αὐτὲς βασικὲς πηγὲς καὶ ἐπιπλέον σὲ προφορικὲς μαρτυρίες ἐπιζώντων, ἀπογόνων τῶν πρώτων Κορεατῶν Ὀρθοδόξων.

Ἀσφαλῶς τὰ περιορισμένα ὅρια ἑνὸς ἄρθρου δὲν ἐπιτρέπουν τὴν λεπτομερὴ περιγραφὴ τῶν γεγονότων τῶν τελευταίων 115 χρόνων. Θὰ καταβληθεῖ ὅμως προσπάθεια, μὲ κάθε δυνατὴ συντομία, νὰ παρουσιαστοῦν τὰ κυριώτερα πρόσωπα καὶ γεγονότα ὁλοκλήρου τῆς ὑπὸ μελέτην περιόδου καὶ στὸ τέλος θὰ γίνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὴν Ὀρθόδοξη Διασπορὰ στὴν Κορέα.

 

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Ἡ ἰδέα γιὰ τὸ ξεκίνημα Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα προῆλθε ἀπὸ τὸν Γραμματέα τῆς Ρωσσικῆς Διπλωματικῆς Ἀποστολῆς στὴν Σεοὺλ Νικολάϊ Ἀλεξέγιεβιτς Σουΐσκυ. Ὁ Σουΐσκυ τὴν ἄνοιξη τοῦ 1889 ἔστειλε, κατόπιν ἐμπεριστατωμένης μελέτης, ὑπόμνημα στὴν ὑπηρεσία του, στὸ ὁποῖο μὲ πειστικὰ ἐπιχειρήματα πρότεινε τὴν δημιουργία Ὀρθόδοξης Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα[2]. Ἡ πρόταση τοῦ Σουΐσκυ μετὰ ἀπὸ πολλὲς διαβουλεύσεις ὑλοποιήθηκε μία δεκαετία περίπου ἀργότερα. Ἔτσι τὸ ἔργο τῆς ὀρθόδοξης μαρτυρίας στὴν κορεατικὴ χερσόνησο ξεκίνησε ἐπίσημα ἀπὸ τὴν ἐν Ρωσσίᾳ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ 1900. Θεωρητικὰ τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τῆς ἐν Ρωσσίᾳ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας συνεχίστηκε μέχρι τὸ 1949, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι καὶ στὴν πράξη συνεχίστηκε ἡ βοήθεια τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ ὀρθόδοξο κορεατικὸ ποίμνιο λόγῳ τῶν δυσκολιῶν ἐξ αἰτίας τῆς ρωσικῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917. Τὸ 1955, κατόπιν αἰτήσεως τῶν Κορεατῶν Ὀρθοδόξων, ἀνέλαβε τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῆς ἐν Κορέᾳ Ἐκκλησίας τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὁποία συνεχίζει ἀδιάκοπα μέχρι σήμερα. Τὰ βασικώτερα ἱστορικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Κορέα, κάτω ἀπὸ διαφορετικὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησιαστικὲς δικαιοδοσίες ἔχουν, πολὺ σύντομα, ὡς ἑξῆς:

 

H ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΣΙΑΣ

Ὑπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἁγίας Πετρουπόλεως.

Στὶς 2 Ἰουλίου τοῦ 1897 ἡ Ἱερὰ Διοικοῦσα Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας[3], μὲ βάση τὴν προηγηθεῖσα ἀπόφαση τοῦ τσάρου Νικολάου Β´ τῆς 20ης Ἰουνίου 1897[4], ἵδρυσε στὴν Κορέα τὴν «Ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή» (ἀπόφαση ὑπ᾽ ἀριθ. 2195), μὲ σκοπὸ «τήν ἐξυπηρέτηση τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ρώσσων ποὺ διέμεναν στήν Κορέα καὶ τὴν ἐνδεχόμενη διάδοση τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεως μεταξὺ τοῦ αὐτόχθονος εἰδωλολατρικοῦ πληθυσμοῦ»[5]. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἀπόφαση ἡ ρωσσικὴ Ἱεραποστολὴ στὴν Κορέα θὰ ἀνῆκε ἐκκλησιαστικὰ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἁγίας Πετρουπόλεως καὶ ἡ χρηματοδότησή της θὰ γινόταν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ τσαρικὸ ταμεῖο. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὴν 9η Ὀκτωβρίου 1897 ἐξέλεξε ὡς προϊστάμενο τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα τὸν ἱερομόναχο Ἀμβρόσιο Γκοῦντκο [Amvrosii Gudko] (1867-1917/18)[6], δίνοντάς του καὶ τὸ ὀφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου. Τὰ μέλη τοῦ πρώτου ἱεραποστολικοῦ κλιμακίου, τὸ ὁποῖο ἀποφασίστηκε νὰ σταλεῖ στὴν Κορέα ἀπὸ τὴν Διοικοῦσα Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἀποτελοῦνταν ἐκτὸς τοῦ ἀρχιμ. Ἀμβροσίου καὶ ἀπὸ τὸν διάκονο Νικόλαο Ἀλεξέγιεφ καὶ τὸν ψάλτη Ἀ. Κράσιν. Λόγῳ ὅμως δυσκολιῶν δὲν μπόρεσαν νὰ πάρουν βίζα γιὰ τὴν Κορέα καὶ ἔτσι παρέμειναν στὴν περιοχὴ Οὐσσούρι μέχρι νὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδός τους στὴν Κορέα. Ἀργότερα ἡ Διοικοῦσα Σύνοδος ἀναγκάστηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν διορισμὸ τοῦ ἀρχιμ. Ἀμβροσίου λόγῳ προβλημάτων ποὺ παρουσιάστηκαν στὸ Νοβοκίεβσκ μεταξὺ τοῦ ἀρχιμ. Ἀμβροσίου καὶ τῶν ἀξιωματούχων τοῦ ἐγκατεστημένου ἐκεῖ στρατιωτικοῦ συντάγματος[7]. Δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1899 ἔφθασε στὴν Σεούλ ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος Ἀλεξέγιεφ (1869-1952)[8], ὁ πρῶτος δηλαδὴ Ρῶσσος ἱεραπόστολος ποὺ ἔφθασε στὴν Κορέα[9], φέρνοντας μαζί του ἄμφια, λειτουργικὰ βιβλία, εἰκόνες καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ σκεύη[10].

Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1900 ἔφθασε, διορισμένος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ὡς προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα ὁ ἀρχιμ. Χρύσανθος Στσετκόφσκυ [Chrysanf Shchetkovsky] (1869-1906)[11], σὲ ἀντικατάσταση τοῦ ἀρχιμ. Ἀμβροσίου Γκοῦντκο, ὁ ὁποῖος εἶχε διορισθῆ, ὅπως ἀναφέραμε, προϊστάμενος στὶς 9 Ὀκτωβρίου τοῦ 1897. Σὲ κατάλληλα διαμορφωμένη αἴθουσα τοῦ Ρωσσικοῦ Προξενείου, στὶς 17 Φεβρουαρίου 1900, ἑορτὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ἔγινε ὁ καθαγιασμὸς τοῦ προσωρινοῦ Παρεκκλησίου, ἀφιερωμένου στὸν Ἅγιο Νικόλαο, στὸ ὁποῖο τελέστηκε καὶ ἡ πρώτη θ. Λειτουργία, γι᾽ αὐτὸ ἡ 17 Φεβρουαρίου 1900 θεωρεῖται ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς ἐν Κορέᾳ Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας.

Κύριο μέλημα τοῦ ἀρχιμ. Χρυσάνθου, ἀπὸ τὸν πρῶτο χρόνο ποὺ ἔφθασε στὴν Σεοὺλ ἦταν ἡ ἀνέγερση ὀρθόδοξου ναοῦ. Παρ᾽ ὅλες ὅμως τὶς προσπάθειες ποὺ κατεβλήθησαν ἡ ἀνέγερση κανονικοῦ ναοῦ δὲν πραγματοποιήθηκε. Γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ π. Χρύσανθος ἀναγκάστηκε τὸ 1903 νὰ διαμορφώσει σὲ προσωρινὸ ναό, ἕνα ἀπὸ τὰ σχολικὰ κτίρια ποὺ εἶχε ἀνεγείρει. Τὸ κτίριο αὐτὸ μαζὶ μὲ ἄλλα οἰκήματα ἀναγκαῖα γιὰ τὸ προσωπικὸ τῆς Ἱεραποστολῆς ἀνεγέρθηκαν σὲ οἰκόπεδο παραπλεύρως τῆς Ρωσσικῆς Διπλωματικῆς Ἀποστολῆς στὸ Chong-Dong, πολὺ κεντρικὴ τοποθεσία τῆς Σεούλ. Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου καθαγιάστηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιμ. Χρύσανθο στὶς 17 Ἀπριλίου 1903[12]. Ἀλλὰ τὸ ἑπόμενο ἔτος τὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς διεκόπη γιὰ δύο ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν νίκη τῶν Ἰαπώνων κατὰ τὸν ρωσσο-ιαπωνικὸ πόλεμο (1904-1905) καὶ τὴν ἀπέλαση – μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ρώσσους – καὶ τῶν Ρώσσων ἱεραποστόλων. Ἡ Ἱεραποστολὴ ἐπαναλειτούργησε τὸ 1906 μὲ τὸν νέο προϊστάμενο τοῦ ἱεραποστολικοῦ κλιμακίου ἀρχιμ. Παῦλο Ἰβανόφσκυ [Pavel Ivanovsky] (1874-1919)[13] .

Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ ἀρχιμ. Θεοδοσίου[14], ὁ ἀρχιμ. Παῦλος Ivanovsky ἔφθασε στήν Σεούλ, ἔχοντας ὡς βοηθούς του τόν ἱερομόναχο Βλαδίμηρο Σκριζάλιν, τόν ἱεροδιάκονο Βαρθολομαῖο Σελεζνιώφ, πού ἐπανερχόταν στήν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή ἀπό τήν Μαντζουρία, τόν δόκιμο μοναχό Θεόδωρο Περεβάλωφ, ὡς ψάλτη-χοράρχη, καί τόν δάσκαλο Κωνσταντῖνο Ζίγκφριντ. Στήν ὑπηρεσία τῆς Ἱεραποστολῆς ἔφθασαν, ἐπίσης, οἱ ἀδελφοί Κωνσταντῖνος καί Νικόλαος Πιροζκώφ, πού τούς ἔστειλε ἡ Ἀρχιεπισκοπή Βλαδιβοστόκ εἰδικά γιά νά ψάλλουν στόν ναό τῆς Ἱεραποστολῆς καί γιά νά βοηθήσουν στό κατηχητικό ἔργο. Πρῶτοι ἔφθασαν στήν Σεούλ τήν 14η Αὐγούστου 1906 ὁ ἀρχιμ. Παῦλος, ὁ ἱεροδιάκονος Βαρθολομαῖος καί οἱ δύο νεαροὶ Ρῶσσοι, ἐνῶ σύντομα τούς ἀκολούθησαν καί οἱ ἄλλοι. Ἀρχές τοῦ 1907 ἡ Ἱεραποστολή λειτουργοῦσε μέ πλήρη σύνθεση.

Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀρχιμ. Παύλου Ivanovsky, ἐξ αἰτίας τῆς χαρισματικῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔνθεου ζήλου του ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ στὴν Κορέα σημείωσε μεγάλη πρόοδο. Ἀνάμεσα στὰ σπουδαιότερα ἔργα τοῦ ἀρχιμ. Παύλου συγκαταλέγονται ἡ ἐπέκταση τῆς ἱεραποστολικῆς προσπάθειας στὴν ἐπαρχία, ἡ λειτουργία ἱεραποστολικῶν σχολείων, ἡ μετάφραση λειτουργικῶν βιβλίων στὴν κορεατική, ἡ μελοποίηση τῶν μεταφρασθέντων ὕμνων καὶ ἡ δημιουργία ἐκκλησιαστικῆς χορωδίας[15].

 

Ὑπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐπισκοπὴ Βλαδιβοστὸκ

Ἡ εὐθύνη τοῦ ἔργου τῆς ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα, μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Διοικούσης Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, μεταβιβάστηκε τὸ 1908 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἁγίας Πετρουπόλεως στὸν Ἐπίσκοπο Βλαδιβοστόκ[16].

Τὸ 1911 χειροτονήθηκε διάκονος ὁ Ἰωάννης Kang-Tak (1877-1939)[17], ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος Κορεάτης κληρικός, ποὺ ὑπηρετοῦσε μέχρι τότε ὡς δάσκαλος στὸ σχολεῖο τῆς Ἱεραποστολῆς. Τὸ 1912 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Τό 1918 ἀποχώρησε ἀπό τήν Ἱεραποστολὴ καὶ μετέβη στὸ Χαρμπὶν ὅπου διακόνησε τὴν ἐκεῖ  Ἐκκλησία μέχρι τοῦ θανάτου του τὸ 1939.

Τὸ 1912 ὁ ἀρχιμ. Παῦλος Ivanovsky ἐκλέχτηκε ἀπὸ τὴν Διοικοῦσα Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Βλαδικοστόκ, μὲ τὸν τίτλο Νικόλσκυ­-Οὐσσούρισκ. Σὲ ἀντικατάστασή του μετέβη στὴν Κορέα ὡς προϊστάμενος τῆς Ἱεραποστολῆς ὁ ἀρχιμ. Εἰρήναρχος Σεμανόφσκυ [Irinarkh Shemanovsky] (1873-1923)[18]. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του χειροτονήθηκε διάκονος, στὶς 11 Αὐγούστου 1913, ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βλαδιβοστόκ καί Καμτσάτκας Εὐσέβιο, ὁ ρωσσικῆς ὑπηκοότητος Κορεάτης Λουκᾶς Κίμ [Kim Hyi-Jun] (1882-1929)[19], ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος τοῦ ὀρθόδοξου ἱεραποστολικοῦ σχολείου. Ἡ θητεία του ἀρχιμ. Εἰρήναρχου  (1912-1914) στὴν ἱεραποστολὴ τῆς Κορέας τερματίστηκε πολὺ σύντομα χωρὶς κανένα οὐσιαστικὸ ἀποτέλεσμα.

Μετὰ τὸν ἀρχιμ. Εἰρήναρχο τὴν εὐθύνη τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα ἀνέλαβε ὁ ἱερομόναχος Βλαδίμηρος Σκριζάλιν [Vladimir Skrizhalin] (1914–1917)[20]. Στόν ἱερομόναχο Βλαδίμηρο, παρόλο ὅτι ἦταν στὴν Κορέα ἀπὸ τὸ 1906 καὶ εἶχε σχετικὴ ἐμπειρία γιὰ τὰ θέματα τῆς ἱεραποστολῆς, δέν δόθηκαν οἱ πληρεξουσιότητες τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἱεραποστολῆς. Γιά τόν λόγο αὐτό ἦταν δυσαρεστημένος, ἐπειδή, ἐνῶ εἶχε ἀναλάβει ὅλες τίς εὐθύνες καί τίς φροντίδες τοῦ προϊσταμένου, ἐν τούτοις δέν τοῦ παρεχόταν κανένα δικαίωμα καί προνόμιο γιά τήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του, ἀλλά ἐνεργοῦσε μόνο στό πλαίσιο τῶν ἀποφάσεων καί ἐντολῶν πού ἔπαιρνε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Νικόλσκ-Οὐσσούρισκ Παῦλο Ivanovsky, ὁ ὁποῖος ἀσκοῦσε τήν ἐποπτεία τῆς Ἱεραποστολῆς[21].

Τὸ 1917 ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη τῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα ὁ ἱερομόναχος Παλλάδιος Σελέτσκυ [Palladii Seletski] (1917)[22]. Ἡ ὀλιγόμηνη παραμονή του στὴν Κορέα (τρεισήμισυ μῆνες) σημαδεύτηκε ἀπὸ τὸ κλείσιμο τῶν σχολείων τῆς Ἱεραποστολῆς, τὴν ἀπόλυση τῶν Κορεατῶν δασκάλων τους καὶ τὴν ἄδικη ἐκστρατεία ὑπὸ ὀρθοδόξων Κορεατῶν κατὰ τοῦ ἀθώου ἐπισκόπου Νικόλσκυ-Οὐσσούρισκ Παύλου τῆς ἐπαρχίας Βλαδιβοστόκ, (ποὺ εἶχε, ὅπως ἀναφέραμε, τὴν ἐποπτεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα), στὴν ὁποία ὡς ἕνα σημεῖο συμμετεῖχε καὶ ὁ ἴδιος.

Τὸ 1917 διορίστηκε ὡς προϊστάμενος τῆς Ἱεραποστολῆς Κορέας ὁ ἱερομόναχος Θεοδόσιος Περεβάλωφ [Feodosii Perevalov] (1917–1930)[23]. Τὴν θέση αὐτὴ κατεῖχε μέχρι τὸ 1930, ὁπότε παραιτήθηκε γιὰ λόγους ὑγείας καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὸ Τόκυο.

Ὁ π. Θεοδόσιος ἀνέλαβε ὡς προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς Κορέας σὲ πολὺ κρίσιμη περίοδο λόγῳ τῆς ρωσικῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917. Τὸ χειμαζόμενο Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βλαδιβοστόκ, στὸν ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθη, εἶχε ὑπαχθεῖ ἡ ὀρθόδοξη κοινότητα τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεοὺλ, δὲν εἶχαν πλέον καμμία ἐπικοινωνία μὲ τὴν Κορέα, οὔτε μποροῦσαν νὰ τὴν ἐνισχύσουν καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο, ὅπως γινόταν κατὰ τὶς δύο πρῶτες δεκαετίες ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της. Λόγῳ ἐλλείψεως οἰκονομικῶν πόρων, ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ διατηροῦν ἔμμισθους δασκάλους, κατηχητὲς καὶ ὑπαλλήλους γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἱεραποστολῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἱεραπόστολοι βρέθηκαν πολλὲς φορὲς σὲ δυσκολία νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ πρὸς τὸ ζεῖν ἀπαραίτητα. Τὴν πολὺ δύσκολη αὐτὴ κατάσταση περιγράφει ὁ π. Θεοδόσιος σὲ ἐπιστολή του πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βλαδιβοστόκ Εὐσέβιο, πού βρισκόταν στήν Μόσχα ὡς μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπιστολή αὐτή ἀποτέλεσε τήν βασική αἰτία γιά νά ἀποσπασθεῖ ἡ Ἱεραποστολή ἀπό τήν δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς Βλαδιβοστόκ καί νά περάση στήν δικαιοδοσία τοῦ Ρώσσου Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκόπου Τόκυο.

 

Ὑπὸ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Τόκυο

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βλαδιβοστὸκ Εὐσέβιος παρουσίασε τήν προαναφερθεῖσα ἐπιστολή τοῦ ἱερομονάχου Θεοδοσίου στόν Πατριάρχη Μόσχας Τύχωνα καί αὐτός στήν Ἱερά Σύνοδο ἡ ὁποία, μετά ἀπό πρόταση καί τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου, ὁμoφώνως ἀπεφάσισε τήν 4η Νοεμβρίου 1921 (ἀπόφαση ὑπ’ ἀριθ. 1571) τήν ὑπαγωγή τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς τῆς Σεούλ στήν δικαιοδοσία τοῦ Ρώσσου Ἀρχιεπισκόπου Τόκυο Σεργίου Τιχομίρωφ (Sergii Tikhomirov), τοῦ πλησιέστερου στήν Κορέα Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου,[24] διατηρώντας ὅμως τό προηγούμενο ἀνεξάρτητο καθεστώς της[25]. Ἡ ἀπόφαση θά ἴσχυε ἀπό τήν ἡμέρα πού ἡ Ἱεραποστολή θά λάβαινε ἐπισήμως γνώση της, κάτι πού ἔγινε τήν 16η Ἰανουαρίου 1922.[26]

Ἀπὸ τὸ 1931 μέχρι τὸ 1936 προΐστατο τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα ὁ ἀρχιμ. Ἀλέξανδρος Τσιστυακώφ [Aleksandr Chistyakov][27] (1931-1936), ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὴν Μαντζουρία. Τὸ 1936 ὑπέβαλε τὴν παραίτησή του στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Τόκυο Σέργιο καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κορέα.

Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀρχιμ. Ἀλεξάνδρου ἔγινε καὶ ἀπόπειρα ἐπεμβάσεως στό ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς, λόγῳ καί τοῦ κάποιου πνευματικοῦ δεσμοῦ πού εἶχε δημιουργηθῆ μεταξύ τῆς Ἱεραποστολῆς καί  τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας Χαρμπίν τῆς Μαντζουρίας. Τήν 7η Νοεμβρίου 1933 ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς «Ὑπερορίου Ἀνωτάτης Ρωσσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως» ἀνέθεσε τήν ἐποπτεία τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς τῆς Σεούλ στόν Ἐπίσκοπο Καμτσάτκας Νέστορα Ἀνίσιμωφ, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στήν «Ὑπερόριο Διοίκηση» καί ἔλαβε τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τήν δέ 13η Ἀπριλίου 1934  ἀποφάσισε ὁ τίτλος τῆς ἐπισκοπικῆς ἕδρας τοῦ Νέστορος, ὁ ὁποῖος διέμενε στό Χαρμπίν, νά ἀλλάξη σέ Ἐπισκοπή «Καμτσάτκας καί Σεούλ», γεγονός πού ἔθετε ὑπό ἀμφισβήτηση τήν δικαιοδοσία τοῦ Μητροπολίτου Τόκυο ὄχι μόνο ἐπί τῆς ἐκεῖ Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς, ἀλλά καί ἐπί τῆς Κορέας[28]. Μέ τήν ἀπόφαση αὐτή ἀνετίθετο στόν Νέστορα καί ἡ ἐποπτεία τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου στό βόρειο τμῆμα τῆς Κορέας, πού εἶχε μέχρι τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χαρμπίν καί Μαντζουρίας Μελέτιος.[29]

Ὁ Ἐπίσκοπος Νέστωρας αἰσθάνθηκε πολύ ἄσχημα ἀπέναντι στόν Μητροπολίτη Σέργιο  (ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στήν Ἱεραρχία τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, εἶχε διορισθῆ ἀπό αὐτήν Ἐπίσκοπος Τόκυο καί παρέμενε πιστός στό Πατριαρχεῖο Μόσχας), ἐπειδή αὐτός προῒστατο στήν χειροτονία του (τό 1916) ὡς Ἐπισκόπου Καμτσάτκας, Βοηθοῦ τῆς Ἐπαρχίας Βλαδιβοστόκ, καί μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσε φιλικές σχέσεις. Ἔστειλε μάλιστα στόν Σέργιο ἐπιστολές μέ τίς ὁποῖες προσπάθησε νά δικαιολογηθῆ καί ζητοῦσε νά τόν συγχωρήση. Ὑπό τήν πίεση ὅμως τῶν Ἀρχιερέων πού συμμετεῖχαν στήν Σύνοδο τοῦ Κάρλοβτσυ, ὁ Ἐπίσκοπος Νέστωρας διεκδίκησε τήν ἐποπτεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα. Τελικά, ὅμως, δέν ἔγινε ἀποδεκτός στήν Κορέα καί ἡ ἐκεῖ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή παρέμεινε στήν δικαιοδοσία τοῦ Μητροπολίτου Τόκυο.[30]

Ἡ «Ὑπερόριος Ἀνωτάτη Ρωσσική Ἐκκλησιαστική Διοίκηση» ἤδη ἀπό τό 1925 εἶχε ἀρχίσει ἱεραποστολική δραστηριότητα στίς βόρειες ἐπαρχίες τῆς Κορέας, στέλνοντας ἀπό τό Χαρμπίν ἱεραποστόλους γιά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο, ἐνῶ σέ συνοικισμό, κοντά στά κινεζο-κορεατικά σύνορα, ἔκτισε ναό γιά τούς Ρώσσους μετανάστες, πού εἶχαν φθάσει στήν  Κορέα ἀπό τήν Μαντζουρία. Μεταξύ τῶν ἱεραποστόλων αὐτῶν ἦταν καί ὁ Πάβελ Ἀφανάσιεφ, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑπηρετήσει στήν Ὀρθόδοξο Ἱεραποστολή στήν Κορέα (1915-1918) ὡς ψάλτης καί εἶχε μεταβῆ στό βόρειο τμῆμα τῆς Κορέας ὡς ἱεραπόστολος αὐτοτελῶς. Μέχρι τό 1929 εἶχε φέρει στήν Ὀρθόδοξία 120 Κορεάτες τῆς Πυονγκ-γυάνγκ.[31] Μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χαρμπίν Μελετίου, ὁ Ἀφανάσιεφ τό 1931 ἵδρυσε στήν Πυόνγκ-γυάνγκ ἱεραποστολικό σταθμό καί σέ δύο χρόνια κατήχησε καί ἔφερε στήν Ὀρθόδοξο  πίστη περί τούς 450 Κορεάτες, ἀπό τούς ὁποίους 50 ἦσαν ἐνεργοί ἐνορίτες. Ἔλαβε ἀπό τόν Μελέτιο τήν μοναχική κουρά καί τόν Μάϊο τοῦ 1933 χειροτονήθηκε ἱερομόναχος.[32] Ἔκτισε στήν Πυονγκ-γυάνγκ ἰδιωτικό ναό, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὀλιγάριθμου ποιμνίου. Δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν δράση τοῦ π. Πάβελ Ἀφανάσιεφ μετά τό 1939.[33]

Κατά τόν π. Διονύσιο Posdyaev, τό 1936 ἡ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή στήν Σεούλ φρόντισε νά κατασκευάση Ὀρθόδοξο παρεκκλήσιο κοντά στόν ποταμό Ὄμπο στήν βόρειο Κορέα,[34] πιθανόν γιά νά προλάβη ἤ νά ἐμποδίση τήν ἐπέκταση τῆς δράσεως τῶν ἱεραποστόλων τῆς «Ὑπερορίου Ἀνωτάτης Ρωσσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως» στό βόρειο τμῆμα τῆς χερσονήσου.

Τὸ 1932 χειροτονήθηκε διάκονος ὁ Κορεάτης ψάλτης Ἀλεξέι Kim Yi-Han (1895-1950)[35], ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Τόκυο Σέργιο (Sergii Tikhomirov), ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε προαχθεῖ σὲ Μητροπολίτη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας.

Τὰ πολὺ κρίσιμα αὐτὰ χρόνια λόγῳ τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν στὴν Ρωσία ὁ δεσμὸς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας μὲ τὴν Κορέα ἦταν σχεδὸν ἀνύπαρκτος.

Τὸ 1936 ἀφίχθη στὴν Κορέα ὡς προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς ὁ ἱερομόναχος Πολύκαρπος Πριιμάκ [Polikarp Priimak] (1936–1949)[36], ὁ τελευταῖος Ρῶσσος ἱεραπόστολος στὴν Κορέα. Ὑπηρέτησε στὴν Κορέα μέχρι τὶς 29 Ἰουνίου τοῦ 1949, ὁπότε συνελήφθη ἀπὸ τὴν κορεατικὴ ἀστυνομία σὰν σοβιετικὸς κατάσκοπος καὶ ἀπελάθηκε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του. Ἔτσι ἔκλεισε ἡ πρώτη περίοδος τῆς ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα.

Σύμφωνα μέ στοιχεῖα ρωσσικῶν πηγῶν, ἀπό τό 1900 μέχρι τό 1945 τελέσθηκαν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἱεραποστόλους 789 βαπτίσεις Ὀρθοδόξων Κορεατῶν, καί συγκεκριμένα:

1900-1904 :    14[37]

1906-1912 :  322[38]

1912-1914 :  110[39]

1914-1917 :  181[40]

1917-1924 :    46[41] 

1925-1930 :    29[42]

1931-1935 :    87[43]

Τό 1940 τό Ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀριθμοῦσε μόνο 150 ἄτομα καί ἦταν διασκορπισμένο σέ 17 περιοχές τῆς Κορέας.[44]

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ τῆς Κορέας κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Κορεατικοῦ Πολέμου.

Στὶς 25 Ἰουνίου 1950, ὡς γνωστόν, ἄρχισε ὁ κορεατικὸς πόλεμος (25/6/1950-27/7/1953). Οἱ ὀρθόδοξοι Κορεάτες, ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι συμπατριῶτες τους ὑπέφεραν τὰ πάνδεινα. Οἱ περισσότεροι προκειμένου νὰ σωθοῦν κατέφυγαν στὸ Πουσὰν καὶ στὰ νότια διαμερίσματα τῆς χώρας. Ἔτσι τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο διασκορπίστηκε. Σημαντικὴ πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ βοήθεια πρόσφερε σ᾽ αὐτὴ τὴν τραγικὴ ἐποχὴ τὸ Ἐκστρατευτικὸ Σῶμα Ἑλλάδας (Εκ.Σ.Ε.)[45] στὴν Κορέα (1950-1955), ποὺ συμμετεῖχε στὴν εἰρηνευτικὴ δύναμη τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, ποὺ συνόδευαν τὸ Σῶμα γιὰ τὶς λειτουργικές του ἀνάγκες, οἱ ὁποῖοι εἶναι, κατ᾽ οὐσίαν, οἱ πρῶτοι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Ἱεραπόστολοι στὴν Κορέα. Τὰ μέλη τοῦ Εκ.Σ.Ε. κατὰ τὴν περίοδο τοῦ πολέμου, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀνακωχὴ (27/7/1953) μέχρι τὸν σταδιακὸ ἐπαναπατρισμό τους (31/12/1955) ἐπισκέφθηκαν πολλὲς φορὲς τοὺς Ὀρθόδοξους Κορεάτες στὴν Σεοὺλ γιὰ νὰ τοὺς προσφέρουν τρόφιμα καὶ ἄλλα εἴδη πρώτης ἀνάγκης, προστάτευσαν τὰ ὀρφανὰ τοῦ πολέμου, στήριξαν στὴν πίστη τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο, ποὺ μετὰ τὴν ἐξαφάνιση ἀπὸ τοὺς Βορειοκορεάτες, ὅπως σημειώσαμε ἀνωτέρω, τοῦ ἱερέα τους π. Ἀλεξέι Κίμ (9/7/1951) εἶχε μείνει χωρὶς ποιμένα, βάπτισαν παιδιὰ καὶ ἐνήλικες, τέλεσαν ἐκκλησιαστικοὺς γάμους, θ. Λειτουργίες κ.λπ.

Πρῶτος Ἕλληνας στρατιωτικὸς ἱερέας, ποὺ ἦρθε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθόδοξους Κορεάτες[46] ἦταν ὁ ἀρχιμ. Χαρίτων Συμεωνίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου)[47], ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε στὴν Κορέα ἀπὸ τὶς 5 Μαρτίου 1952 μέχρι τὶς 30 Μαΐου 1953. Ὁ π. Χαρίτων, ὅταν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν οἱ πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις, προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ τρόπους γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὶς περίπου πενῆντα οἰκογένειες Ὀρθοδόξων, κατὰ τὴν πληροφορία τοῦ ἰδίου[48], ποὺ ζοῦσαν στὴν Σεούλ. Ὅπως ὁ ἴδιος γράφει τὸ 1953 ἀπὸ τὸ Μέτωπο σὲ ἔκθεσή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Σπυρίδωνα Βλάχο (1949-1956): «Παραλλήλως πρὸς τὴν ὡς ἄνω ἀποστολήν μου, (σ.σ. τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων του στὸ στρατόπεδο) ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἑκάστοτε Διοικητῶν τοῦ Τάγματος προσεπάθησα νὰ ὀργανώσω καὶ ἐξυπηρετήσω τὴν Ὀρθόδοξον ἐν Σεοὺλ τῆς Κορέας Χριστιανικὴν Κοινότητα».

Δεύτερος στρατιωτικὸς ἱερέας σὲ ἀντικατάσταση τοῦ π. Χαρίτωνος ἐστάλη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὁ ἀρχιμ. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος[49] (ἀπὸ τὸν Μάρτιο τοῦ 1953 ἕως τὸν Αὔγουστο τοῦ 1954), ὁ ὁποῖος προσέφερε πολὺ μεγάλη βοήθεια στὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς θητείας του ἦταν μετὰ τὴν ἀνακωχὴ τοῦ πολέμου. Μὲ πρωτοβουλία του ἀνακαινίστηκε ὁ μισοκατεστραμμένος ἀπὸ τοὺς βοβαρδισμοὺς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεούλ μὲ ἔρανο ποὺ διενήργησε μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ τὴν προσωπική τους ἐργασία. Ἡ πρώτη θ. Λειτουργία στὸν ἀνακαινισμένο ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Chong-Dong τελέστηκε στὶς 29 Νοεμβρίου 1953, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Ὑφυπουργὸς Παιδείας τῆς Κορέας καὶ ἄλλες πολιτικὲς καὶ στρατιωτικὲς ἀρχές. Ὁ π. Ἀνδρέας φρόντισε, πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Κορέα, νὰ ἀφήσει ἕναν Κορεάτη ἱερέα στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἡ ὀρθόδοξη Κοινότητα πρότεινε ὡς ὑποψήφιο ἱερέα[50] τὸν Βόριδα Μούν [Moom Yi-Han] (1910-1977), ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στὴν Ἰαπωνία σὲ διάκονο στὶς 9 Ἰανουαρίου 1954 καὶ τὴν ἑπομένη μέρα σὲ πρεσβύτερο ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Τόκυο Εἰρηναῖο Μκέκις, ποὺ ἦταν ὁ πλησιέστερος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς. Λόγῳ τοῦ πολέμου ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρικῶν σχέσεων μεταξὺ Κορέας καὶ Ἰαπωνίας τὴν περίοδο αὐτὴ ἦταν ἀπαγορευμένη ἡ ἔξοδος ὁποιουδήποτε Κορεάτου ἀπὸ τὴν χώρα καὶ ἰδιαιτέρως ἡ μετάβασή του στὴν Ἰαπωνία. Ὁ π. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος κατόρθωσε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἀμερικανικοῦ στρατοῦ νὰ δοθεῖ ἡ σχετικὴ ἄδεια γιὰ τὴν μετάβαση τοῦ Βόριδος Μοὺν στὴν Ἰαπωνία γιὰ τὴν χειροτονία του. Μεταμφιεσμένος, λοιπόν, σὲ μαῦρο Ἀμερικανὸ στρατιώτη, ὁ Βόρις Μοὺν συμπεριελήφθη στὴν δύναμη ὁμάδας Ἀμερικανῶν πεζοναυτῶν, ποὺ πήγαινε στὴν Ἰαπωνία. Μετὰ τὴν χειροτονία του ἐπέστρεψε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν Κορέα καὶ διακόνησε ἐπὶ 23 χρόνια καὶ ὀκτὼ μῆνες μὲ ἀφοσίωση τήν Ἐκκλησία μέχρι τὴν κοίμησή του [51]. Ὁ π. Ἀνδρέας ξαναεπισκέφθηκε τὴν Κορέα τὸν Ἰούνιο τοῦ 1976 προσκεκλημένος τῆς Κορεατικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ 7-12 Ἰουνίου εἶχε ὀργανώσει τιμητικὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἱερεῖς τῶν Ἐκτρατευτικῶν Σωμάτων ποὺ ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν πόλεμο τῆς Κορέας.

Τελευταῖος καὶ τρίτος κατὰ σειρὰν Ἕλληνας στρατιωτικὸς ἱερέας, ὁ ὁποῖος ὡς μέλος τοῦ Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος Ἑλλάδος διακόνησε καὶ στὶς ἀνάγκες τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Σεοὺλ ἀπὸ τὸ 4/6/1954 ἕως τὸ 30/12/1955 ἦταν ὁ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἰβηρίτης, συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ π. Ἀνδρέα Χαλκιοπούλου[52].

 

Η ΕΝ ΚΟΡΕᾼ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΥΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

 

Ὑπὸ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς

Τὰ πολεμικὰ γεγονότα τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέφερε ὁ κορεατικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν πολὺ σκληρὴ ἰαπωνικὴ κατοχὴ (1910-1945) καὶ οἱ πολιτικὲς ἀνακατατάξεις στὴν κορεατικὴ χερσόνησο ἐπηρέασαν ἀρνητικὰ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας Σεοὺλ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἰαπωνίας. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. Μετὰ τὸν κορεατικὸ πόλεμο (1950-1953), ἐπειδὴ οἱ Νοτιοκορεάτες διέκειντο δυσμενῶς πρὸς τὴν Ρωσσία ἐξ αἰτίας τῆς συμμαχίας της μὲ τὴν Βόρεια Κορέα, οἱ Ὀρθόδοξοι Κορεάτες δὲν ἤθελαν νὰ ἔχουν καμμιὰ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ βρεθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Κοινότητα τῆς Σεοὺλ ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δηλαδὴ χωρὶς νὰ ἀνήκει οὐσιαστικὰ σὲ καμμιὰ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία.

Τὸ πολὺ σοβαρὸ αὐτὸ ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα διευθετήθηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Στὶς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 1955, μετὰ ἀπὸ τὴν θ. Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, ἡ Γενικὴ Συνέλευση τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεοὺλ ἀποφάσισε ὁμόφωνα νὰ ζητήσει τὴν ὑπαγωγή της στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπὶ πατριαρχίας τοῦ μεγάλου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημα καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα ἡ ἐν Κορέᾳ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Μὲ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀνατέθηκε τὸ 1956 ἡ διαποίμανση τῆς ἐν Κορέᾳ Ἐκκλησίας κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Αὐστραλίας καὶ μετὰ ἀπὸ μικρὸ χρονικὸ διάστημα στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ  Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς μὲ Ἔξαρχο Κορέας τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Μιχαήλ (Κωνσταντινίδη).

Ἕνα χρονίζον μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Ἰακώβου (Κουκούζη) ἦταν τὸ θέμα τῆς περιουσίας τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας στὴν περιοχὴ Chong-Dong. Τὸ 1948 ὅλη ἡ περιουσία δεσμεύτηκε ἀπὸ τὴν κορεατικὴ κυβέρνηση σὰν ἰαπωνικὴ ἰδιοκτησία λόγῳ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας στὴν δικαιοδοσία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἰαπωνίας ἀπὸ τὸ ἔτος 1921. Ὁ μεγάλος δικαστικὸς ἀγῶνας γιὰ τὴν κατοχύρωση τῆς περιουσίας ἄρχισε τὸ 1955 καὶ τελείωσε στὶς 17/12/1962. Γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς περιουσίας στὴν Ὀρθόδοξη Κοινότητα τῆς Σεοὺλ σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε ἡ ἐπίσκεψη ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Β. καὶ Ν. Ἀμερικῆς καὶ Ἐξάρχου Κορέας Ἰακώβου στὴν Κορέα τὸ 1962. Τὸ 1967 ἀπαλλοτριώθηκε ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία καὶ μὲ τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν ἀπαλλοτρίωση ποὺ ἔδωσε τὸ Κορεατικὸ Κράτος ἐξοφλήθηκαν τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ ἄλλα χρέη καὶ ἀγοράστηκε τὸ οἰκόπεδο στὴν περιοχὴ Map’o. Ἐκεῖ μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ π. Βόριδος καὶ ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια τοῦ καθηγητῆ Cho Chang Han κτίστηκε τὸ 1967 ὁ σημερινὸς καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεούλ. Τὰ θυρανοίξια τοῦ νέου ναοῦ τελέστηκαν τὸ 1968 ….. καὶ τὰ ἐγκαίνιά του τὸ 1978…. ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ν. Ζηλανδίας καὶ ἐξάρχου Κορέας Διονυσίου. (Περὶ αὐτοῦ βλ. κατωτέρω)

Τὸ 1969 ὁ Ἀρχιμ. Εὐγένιος Παπαγιάννης (Πάπας) τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς ὁρίστηκε προϊστάμενος τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεούλ, γιὰ νὰ συνδράμει τὸν φιλάσθενο ἐφημέριο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου π. Βόριδα Μούν. Ὑπηρέτησε στὴν Κορέα μέχρι τὸ 1973.

 

Ὑπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ν. Ζηλανδίας

Στὶς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 1970 ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Νέας Ζηλανδίας καὶ ὁ νεοεκλεγεὶς Μητροπολίτης Ν. Ζηλανδίας Διονύσιος (Ψάχας)[53] ὁρίστηκε καὶ Ἔξαρχος Κορέας.

Τὴν 1η Δεκεμβρίου τοῦ 1975 ἔφθασε στὴν Κορέα μὲ ἀπόσπαση ἀπὸ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀρχιμανδρίτης Σωτήριος Τράμπας (1929-)[54], ἀνταποκρινόμενος σὲ σχετικὸ αἴτημα τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας Σεούλ[55]. Ὁ Μητροπολίτης Ν. Ζηλανδίας καὶ Ἔξαρχος Κορέας Διονύσιος μὲ τὴν στενὴ συνεργασία τοῦ π. Σωτηρίου ὡς Ἀρχιμανδρίτη κατ᾽ ἀρχάς, καὶ ὡς βοηθοῦ Ἐπισκόπου Ζήλων κατόπιν, ἐπιτέλεσαν ἕνα ἀξιοθαύμαστο ἱεραποστολικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε προηγούμενο σὲ ἔκταση καὶ ποιότητα. Τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν περιορίστηκε μόνον στὴν Κορέα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 1980  καὶ ἑξῆς ἐπεκτάθηκε καὶ στίς χῶρες τῆς Νοτιο-Ἀνατολικῆς Ἀσίας (Ἰνδία, Ἰνδονησία, Χόνγκ-Κόνγκ, Φιλιππῖνες, Σιγκαπούρη, Ταϋλάνδη), περιοχὲς ὑπαγόμενες τότε στὴν δικαιοδοσία τοῦ Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας. Καρπὸς αὐτῆς τῆς ἱεραποστολικῆς προσπάθειας εἶναι ἡ δημιουργία ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1996 τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χόνγκ Κόνγκ καὶ τὸ 2008 τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σιγκαπούρης.

 

Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας

Στὶς 20 Ἀπριλίου 2004 ἱδρύθηκε ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας. Πρῶτος Μητροπολίτης της ἐκλέχθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Ζήλων Σωτήριος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνθρόνιση πραγματοποιήθηκε στὶς 20 Ἰουνίου 2004 ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Δημητρίου, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου[56].

Μετὰ τὸ 1975, χάρις, κυρίως, στὴν ἀνύστακτη φροντίδα καὶ τὸν ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀξιομίμητο μεγάλο ἱεραποστολικὸ ζῆλο τοῦ ἀρχιμ. π. Σωτηρίου Τράμπα, ἀλλὰ καὶ τὴν συνδρομὴ ἀρκετῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἐξ Ἑλλάδος[57], ἡ ἐν Κορέᾳ Ἐκκλησία ἀναπτύχθηκε, ὀργανώθηκε καὶ ἀπέκτησε γερὲς ρίζες στὴν κορεατικὴ γῆ. Ἔτσι σήμερα ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας διαθέτει ἑπτὰ ὀργανωμένες ἐνορίες στὴν Ν. Κορέα (στὶς πόλεις Σεούλ, Πουσάν, Ἰντσόν, Τσόντζου, Πάλανγκ-λι, Τσούντσον καὶ Οὐλσάν) καὶ μία στὴν Β. Κορέα (Πιονκγιάνγκ)[58], δέκα τρία παρεκκλήσια, τὸ γυναικεῖο μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Καπιόνγκ, τὸ ἀνδρικὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου στὸ Γιανγκού, ἱεραποστολικὸ κέντρο, ἐκδοτικὸ οἶκο ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία «Korean Orthodox Editions» μὲ πολλὲς καὶ ἀξιόλογες ἐκδόσεις στὰ κορεατικά, δύο βιβλιοπωλεῖα (Book Café “Φιλοκαλία” στὴν Σεοὺλ καὶ Book Café “Λόγος” στὸ Ἰντζόν), ἱστοχῶρο orthodox.or.kr, κατασκήνωση στὸ Τζοντζοῦ, Παιδικὸ Σταθμὸ μὲ τὴν ὀνομασία «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου» στὸ Πουσάν, Kέντρο Mερίμνης Ὑπερηλίκων στὸ Τζοντζοῦ, ἰδιόκτητο ὀρθόδοξο κοιμητήριο στὸ Γιονμιρί καὶ ἑτοιμάζεται ἡ ἀνέγερση τοῦ Ἀσιατικοῦ Ὀρθόδοξου Ἐκπαιδευτικοῦ καὶ Συνεδριακοῦ Κέντρου στὸ Καπιόνγκ, στὸ ὁποῖο θὰ λειτουργήσει καὶ ἡ πρώτη Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Σχολὴ στὴν Ἀνατολικὴ Ἀσία. Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας εἶναι μέλος τοῦ τοπικοῦ συμβουλίου Ἐκκλησιῶν The National Council of Churches in Korea (NCCK) καὶ συμμετέχει στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους. Ἡ Α.Θ. Παναγιότητα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος ἐπισκέφθηκε τρεῖς φορὲς τὴν Κορέα (8-13/4/1995, 26/2-2/3/2000 καὶ 23-28/6/2005). Κατὰ τὶς τρεῖς αὐτὲς κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὴν ζωὴ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ποιμαντικὲς ἐπισκέψεις τοῦ Παναγιωτάτου, καὶ οἱ ὁποῖες φανερώνουν τὴν μεγάλη ποιμαντικὴ μέριμνα τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως γιὰ τὴν διάδοση τῆς ὀρθόδοξης μαρτυρίας στὴν Κορέα, κατετέθησαν θεμέλιοι λίθοι καὶ ἐγκαινιάστηκαν ἱεροὶ ναοὶ καὶ κτήρια. Ἐπίσης μὲ τὴν μεσολάβηση τοῦ Παναγιωτάτου κατὰ τὴν πρώτη Του ἐπίσκεψη τὸ 1995 ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὸ Κορεατικὸ Κράτος τὸ «Ἵδρυμα Συντηρήσεως καὶ Διαφυλάξεως τῆς Περιουσίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Κορέα» ὡς Νομικὸ Πρόσωπο, μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν Κορέα ἔλαβε νομικὴ ὑπόσταση. Σύμφωνα μὲ τὸ ἐγκεκριμένο καταστατικὸ τὸ ἐν λόγῳ Ἵδρυμα καὶ ἡ περιουσία του τελοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Κορεατικοῦ Κράτους.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΟΡΕΑΣ

Μετὰ ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος στὴν Ρωσσία καὶ στὶς βαλκανικὲς χῶρες τὴν δεκαετία τοῦ ᾽90, ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται στὴν Κορέα ἀπὸ ὀρθόδοξες χῶρες οἱ πρῶτοι οἰκονομικοὶ μετανάστες. Ἐρχόμενοι στὴν Κορέα, ἄγνωστοι μεταξὺ ἀγνώστων, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐνδιαφέρθηκαν νὰ βροῦν ὀρθόδοξο ναό. Ἐξ ἀρχῆς βρῆκαν καταφυγὴ καὶ συμπαράσταση στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἐν Κορέᾳ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὁ τότε Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ζήλων Σωτήριος τοὺς ἀγκάλιασε μὲ ὅλη του τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πατρικὴ στοργὴ καὶ σιγὰ σιγὰ δημιουργήθηκε ὁ πρῶτος πυρήνας σλαβοφώνων Ὀρθοδόξων. Ὁ ἴδιος ἔμαθε νὰ λειτουργεῖ στὰ σλαβονικὰ καὶ τελοῦσε ἀπὸ τὸ 1992 στὴν Σεοὺλ (στὸ παρεκκλήσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου) ἤ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Καπιόνγκ, στὴν ὁποία ἔμεναν οἱ προσκυνητὲς τὰ σαββατοκύριακα, τὴν θ. Λειτουργία. Ἐπίσης τελοῦσε ἰδιαίτερες ἀκολουθίες γιὰ τοὺς σλαβόφωνους τὰ Χριστούγεννα καὶ στὶς μεγάλες ἑορτὲς μὲ τὸ παλαιὸ ἑορτολόγιο, γιὰ νὰ αἰσθάνονται οἰκεῖα. Ἐν συνεχείᾳ, τὸ 1995, κατὰ τὴν ἱστορικὴ πρώτη ἐπίσημη ποιμαντικὴ ἐπίσκεψη τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στὴν Κορέα, ἐτέθη ὑπὸ τοῦ Παναγιωτάτου ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, στὸ ὁποῖο ἔκτοτε οἱ σλαβόφωνοι ἐξυπηρετοῦνται λειτουργικῶς. Κατόπιν, τὸ ἔτος 1998, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ζήλων Σωτήριος ζήτησε, μέσῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νὰ σταλεῖ στὴν Κορέα ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας ἕνας Ρῶσσος ἱερέας γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα τῶν Ρώσσων καὶ τῶν ὑπολοίπων σλαβοφώνων[59]. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐνέκρινε τὸ αἴτημα. Στὴν αἴτηση τοῦ Θεοφιλεστάτου καθίστατο σαφὲς ὅτι ὁ ἀποσταλησόμενος ἱερέας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνήκει στὴν δύναμη τῆς ἐν Κορέᾳ Ἐκκλησίας ἀπ᾽ τὴν ὁποία θὰ λάμβανε μισθὸ καὶ θὰ μνημόνευε τὸν οἰκεῖο Μητροπολίτη[60]. Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας δὲν ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημα ἀμέσως. Πέρασαν δύο χρόνια καὶ τελικῶς τὸ 2000 ἐστάλη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας ὁ Ρωσσοκορεάτης ἱερομόναχος Θεοφάνης Κίμ. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ζήλων Σωτήριο, ὁ τότε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σμολένσκ καὶ Καλίνινγκραντ Κύριλλος (νῦν Μακαριώτατος Πατριάρχης Μόσχας), ὑπεύθυνος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀνέφερε τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά:

“Θεοφιλέστατε, Σᾶς χαιρετῶ ἐγκάρδια καὶ εὐχαριστῶ γιὰ τὸ γράμμα Σας, ποὺ εἶναι γεμᾶτο μὲ ἀρχιερατικὴ φροντίδα γιὰ τὴν πνευματικὴ διαποίμανση τοῦ ρωσσοφώνου ὀρθοδόξου ποιμνίου, ποὺ ζεῖ μονίμως στὴν Κορέα. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συμμερίζεται τὴν ἀνησυχία Σας καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἀνάγκη ἐποικοδομητικῆς λύσης τοῦ ζητήματος.

Σὲ ἀπάντηση τῆς ἐπιστολῆς Σας Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν Ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποστέλλεται προσωρινὰ στὴν Κορέα γιὰ ποιμαντικὴ διακονία ὁ ἱερομόναχος Θεοφάνης Κίμ, ὁ ὁποῖος θὰ τελεῖ στὴν διάθεση τῆς Θεοφιλίας Σας καὶ θὰ ἐκτελεῖ ὅλα τὰ ἀνατιθέμενα σ᾽ αὐτὸν διακονήματα, ἀλλὰ δικαιοδοσιακὰ θὰ συνεχίσει νὰ ἀνήκει στὴν Ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Παρακαλῶ, Θεοφιλέστατε νὰ στείλετε τὴν κατάλληλη πρόσκληση στὸν Ἱερομόναχο Θεοφάνη γιὰ τὴν χορήγηση βίζας εἰσόδου στὴν Κορέα.

Μὲ ἀδελφικὴ ἐν Κυρίῳ ἀγάπη

Ὁ Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

+Μητροπολίτης Σμολένσκ καὶ Καλίνινγκραντ ΚΥΡΙΛΛΟΣ[61]

 

Τελικῶς ὁ ἱερομόναχος Θεοφάνης Κίμ ἔφθασε στὴν Κορέα τὸν Αὔγουστο τοῦ 2000 καὶ ἀνέλαβε ἀπὸ τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ζήλων Σωτήριο τὴν διακονία του πρὸς τοὺς Ρώσσους καὶ σλαβόφωνους πιστούς. Ὁ π. Θεοφάνης Κίμ μετὰ τὴν ἐκλογή του ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τὴν 5η Ὀκτωβρίου 2011 σὲ Ἐπίσκοπο Kyzyl καὶ Tyva ἀπεχώρησε ἀπὸ τὴν Κορέα. Ἔκτοτε τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα τῶν Σλαβοφώνων ἀνέλαβε ὁ οὐκρανικῆς καταγωγῆς ἱερέας π. Ρωμανὸς Kavchak, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε διάκονος (23/2/2012) καὶ πρεσβύτερος (24/2/2012) στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως.

Σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Μητρόπολη Κορέας ἔχει ὑπὸ τὴν εὐθύνη της τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ διαμένουν στὴν χώρα, ἀλλὰ καὶ τῶν Ὀρθοδόξων διερχομένων ναυτικῶν καὶ ἐπιχειρηματιῶν. Δηλαδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι ὅλων τῶν ἐθνικοτήτων (Κορεάτες, Ρῶσσοι, Οὐκρανοί, Ρουμάνοι, Ἕλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ἀμερικανοί, Εὐρωπαῖοι, Αὐστραλοί, Σύριοι, Αἰγύπτιοι κ.ἄ) εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ ὠμοφόριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Γιὰ τὴν καλύτερη ποιμαντικὴ ἐξυπηρέτηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, στὴν μὲν Σεοὺλ λειτουργεῖ στὸν χῶρο τοῦ Ἱεραποστολικοῦ Κέντρου, ἐκτὸς τοῦ καθεδρικοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καὶ ὁ ἱερὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, στὸν ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ὡς λειτουργικὴ γλῶσσα ἡ σλαβονικὴ γιὰ τοὺς σλαβόφωνους Ὀρθοδόξους, ἀλλὰ κατὰ καιροὺς καὶ ἡ ἀγγλικὴ γιὰ τοὺς ἀγγλόφωνους. Ἐπίσης στὴν Ἐνορία «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου» στὴν πόλη Πουσὰν λειτουργεῖ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ ὁποῖο τελεῖται στὰ σλαβονικὰ ἡ θ. Λειτουργία.

Ἀπὸ τὸ 1992 μέχρι σήμερα ἱκανὸς ἀριθμὸς Ρώσσων καὶ λοιπῶν σλαβόφωνων κατηχήθηκαν καὶ βαπτίστηκαν Ὀρθόδοξοι καὶ τελέστηκε τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου σὲ ὅσους εἶχαν τελέσει μόνον πολιτικὸ γάμο. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν πνευματικὴ συμπαράσταση πολλοὶ ἔχουν βοηθηθεῖ καὶ ὑλικῶς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας. Ἀρκετοὶ π.χ. φιλοξενήθηκαν στὸν ξενῶνα τοῦ Ἱεραποστολικοῦ Κέντρου τῆς Σεοὺλ γιὰ μικρὰ ἤ μεγάλα διαστήματα, ἄλλοι ἔχουν λάβει βοήθεια σὲ περιπτώσεις προβλημάτων ὑγείας, ἐργασίας κ.λπ. Οἱ σλαβόφωνοι καὶ ἀγγλόφωνοι Ὀρθόδοξοι τῆς Σεοὺλ στὶς μεγάλες γιορτὲς συλλειτουργοῦνται μὲ τοὺς Κορεάτες πιστοὺς στὸν Καθεδρικὸ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Σεοὺλ. Κάθε Κυριακὴ συμμετέχουν στὸ γεῦμα ἀγάπης, ποὺ παρατίθεται γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς σὲ κάθε Ἐνορία. Ἐπίσης τὰ παιδιά τους συμμετέχουν στὰ κατηχητικὰ καὶ κατασκηνωτικὰ προγράμματα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Κλῖμα ἀληθινῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ ἀτμόσφαιρα Πεντηκοστῆς ἐπικρατεῖ στὶς κυριακάτικες εὐχαριστιακὲς συνάξεις, γιατὶ ἡ ἐν Κορέᾳ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑνώνει τοὺς πιστοὺς τῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων σὲ μία πνευματικὴ οἰκογένεια.

 

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω θὰ μποροῦσε, νομίζουμε, νὰ ἰσχυριστεῖ κανεὶς συμπερασματικὰ ὅτι ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας πλησιάζει τὴν αὐστηρῶς κανονικὴ τάξη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς, ποὺ εἶναι, δηλαδή, ἡ ὕπαρξη ἑνὸς καὶ μόνον Ἐπισκόπου σὲ κάθε τόπο[62], μὲ μοναδικὸ κριτήριο τὸ γεωγραφικὸ καὶ ποτὲ τὸ γλωσσικὸ ἤ τὸ ἐθνικοφυλετικό.

[1] Ὅλες σχεδὸν οἱ μελέτες ποὺ ἔχουν δημοσιευθεῖ ἀπὸ Ρώσους συγγραφεῖς γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Κορέα ἔχουν τὸ βασικὸ μειονέκτημα ὅτι περιορίζουν τὴν ἔρευνά τους στὶς πρῶτες δεκαετίες τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης τῶν Ρώσων ἱεραποστόλων. Ἔτσι δίνουν τὴν λανθασμένη ἐντύπωση στὸν ἀναγνώστη ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν Κορέα διέκοψε τὴν λειτουργία της τὸ 1949.

[2]Γιὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Νικολάϊ Ἀλεξέγιεβιτς Σουΐσκυ περὶ ἱδρύσεως Ὀρθοδόξου Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα βλ. Ἀρχιμανδρίτου Feodosii Perevalov: «Rossiiskaja Dukhovnaja Missija v Koree, 1900-1925» (Ἡ Ρωσσική Ἱεραποστολή στήν Κορέα, 1900-1925) σέ «Istoriya Possiskoi Doukhovnoi Missii v Koree» (Ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα – Μόσχα, ἔκδ. Ἀδελφότητος Ἁγ. Βλαδιμήρου, 1999), σελ. 173-179.

[3] Ὡς γνωστὸν ἡ ἐν Ρωσσίᾳ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνεκηρύχθη ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Αὐτοκέφαλη τὸ 1448. Τὸ 1589 μὲ Πατριαρχικὸ Τόμο, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ τὸν Τρανὸ ἀνυψώθηκε σὲ Πατριαρχεῖο μὲ πρῶτο Πατριάρχη Μόσχας τὸν Μητροπολίτη Κολόμνας Ἰὼβ (26/1/1589).  Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καταργήθηκε τὸ 1700 ἀπὸ τὸν τσάρο Πέτρο Α´ τὸν Μεγάλο. Ὁ Μέγας Πέτρος ἀνάμεσα στὶς ἄλλες μεταρρυθμίσεις ποὺ ἔκανε τροποποίησε καὶ τὸ Καταστατικὸ τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρνούμενος νὰ διορίσει νέο Πατριάρχη Μόσχας μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀνδριανοῦ. Ἀπὸ τὸ 1700 ἕως τὸ 1917 τὴν διοίκηση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἐξασκοῦσε ἡ Ἱερὰ Διοικοῦσα Σύνοδος. Τὸ 1917 ἐπὶ Λένιν ἔγινε ἡ ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καὶ στὶς 5(18)/11/1917 ἐξελέγη ὁ Πατριάρχης Τύχων.

[4] Volokhova, Alena A.: «Iz istorii rossiskoi politiki na Dalnem Vostoke: Ministerstvo Inostrannih Del, Ministerstvo Finansof i uchrezhdenie Rossiiskoi Dukhovnoi Missii v Koree» (Ἀπό τήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς πολιτικῆς στήν Ἄπω Ἀνατολή: Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν καί ἡ ἵδρυσις τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα), σέ «Istoriya Possiskoi Doukhovnoi Missii v Koree» (Ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα – Μόσχα, ἔκδ. Ἀδελφότητος Ἁγ. Βλαδιμήρου, 1999), σελ. 324.

[5] Feodosii Perevalov, σελ. 181.

[6] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἀμβρόσιος γεννήθηκε τὸ 1867 ἀπὸ Οὐνῖτες γονεῖς. Τὸ 1875 προσχώρησε, μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς του, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Σπούδασε στὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο τοῦ Χόλμσκ καὶ στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρούπολης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε τὸ 1893. Τὸ 1892 ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ἱερομόναχος. Ἀπὸ τὸ 1893 ἕως τὸ 1897 ἦταν διευθυντὴς τῆς ἱεραποστολικῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς στὸ Βάϊσκ, τῆς περιοχῆς Ἀλτάϊ. Τὸ 1897 διορίστηκε προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα. Ὅμως τὸ 1898 ἔγινε ἡ ἀνάκληση τοῦ διορισμοῦ του καὶ ἀπὸ τὸ Νοβοκίεβσκ, ὅπου μὲ τὰ δύο ἄλλα μέλη τῆς ἀποστολῆς περίμενε τὴν ἄδεια εἰσόδου στὴν Κορέα, ἐπέστρεψε στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ ἐφησύχαζε στὴν Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Σβιγυάξσκ, τῆς ἐπαρχίας Καζάν, ὅπου τὸ 1917 ἤ 1918 βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὸν μαινόμενο ἐπαναστατικὸ ὄχλο. Τὸ 2000 ἔγινε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ Ἱερομάρτυρα Ἀμβροσίου καὶ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 27η Ἰουλίου.

[7] Οἱ στρατιωτικοὶ ἐνοχλημένοι ἀπὸ τὰ κηρύγματα τοῦ Ἀρχιμ. Ἀμβροσίου, στὰ ὁποῖα τοὺς ἔλεγχε γιὰ τὴν ἀνήθικη ζωή τους τὸν κατήγγειλαν στὶς ἁρμόδιες ἀρχὲς ὡς ἀνεπιθύμητο καὶ τελικὰ κατόρθωσαν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν παρουσία του. Περισσότερα βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 185-187.

[8] Ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος Ἀλεξέγιεφ γεννήθηκε τὸ 1869. Τὸ 1897 στὴν Ἁγία Πετρούπολη ἐκάρη μοναχός, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ 1901 ἱερομόναχος. Ὑπηρέτησε στὴν Κορέα μέχρι τὸ 1903, ὅπου μαζὶ μὲ τοὺς δοκίμους Θεόδωρο, Δημήτριο καὶ Ἰακὼβ ἀναχώρησαν ἀπὸ τὴν Κορέα γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν στὴν Ρωσσικὴ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ στὸ Πεκίνο, ποὺ λόγῳ τοῦ ἀντιδυτικοῦ καὶ ἀντιθρησκευτικοῦ κινήματος τοῦ Yi Ho Tuan (τῶν «Μπόξερς») εἶχε ὑποστεῖ πολλὲς καὶ σοβαρὲς καταστροφές. Ἐπανῆλθε τὸ 1909, λόγῳ ἐλλείψεως ἱερέων στὴν ἱεραποστολή, καὶ ἀναχώρησε ὁριστικὰ τὸ 1911 γιὰ τὸ Βλαδιβοστόκ. Ὑπηρέτησε στὴν Ἱεραποστολὴ τῆς περιοχῆς Οὐσσούρι καὶ ἀργότερα τοποθετήθηκε στὴν νῆσο Καμτσάτκα ὡς ἐφημέριος καὶ Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας τῆς ἐκεῖ Ὀρθόδοξης Ἀρχιεπισκοπῆς. Κοιμήθηκε στὶς 23 Ἀπριλίου 1952 στὸ Μπουένος Ἄϊρες τῆς Ἀργεντινῆς.

[9] Γιὰ τὶς διαφορετικὲς πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ρωσσικὲς πηγὲς ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τοῦ ψάλτη Ἀ. Κράσιν βλ. Ἀνδρέα Χελιώτη, Ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Κορέα, Συνοπτικὸ χρονικὸ τῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Κορέα, Ἀθήνα: Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, 2005, 52-53. Κατὰ τὸν Χελιώτη ὁ Ἀ. Κράσιν θὰ πρέπει νὰ ἔφθασε στὴν Κορέα τὸ 1899 μαζὶ μὲ τὸν ἱεροδιάκονο Νικόλαο Ἀλεξέγιεφ καὶ νὰ ἀποχώρησε μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες. Στὴν θέση του τὸν διαδέχθηκε ὁ ἱεροδιάκονος Βαρθολομαῖος Σελεζνιώφ (Varfolomei Seleznev). Ὁ Ἀνδρέας Χελιώτης, μετὰ τὴν ἔκδοση τὸ 2005 τοῦ προαναφερθέντος ἀξιόλογου ἔργου του, συνέχισε τὴν ἔρευνα τῶν πηγῶν γιὰ τὴν Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Κορέα. Ἕνα μῆνα πρὶν τὴν κοίμησή του (22/10/2014) μᾶς παρέδωσε τὴν ἀνέκδοτη ἐργασία του, τὴν ὁποία ἐπίσης χρησιμοποιήσαμε στὴν ἀνὰ χεῖρας μελέτη.

[10] Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐν λόγῳ λειτουργικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ σκεύη σώζονται μέχρι σήμερα καὶ φυλάσσονται στὴν ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κορέας στὴν Σεούλ καὶ συγκεκριμένα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τὰ περισσότερα στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.

[11] Ὁ ἀρχιμ. Χρύσανθος Σετκόφσκυ [Chrysanf Shchetkovskii] (1869-1906) γεννήθηκε τὸ 1869 στὴν Ἐπαρχία Δὸν καὶ ἦταν γιὸς διακόνου. Ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ τοπικὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο τὸ 1890 καὶ τὸ ἴδιος ἔτος χειροτονήθηκε κληρικός. Τὸ 1894, μετὰ τὸν θάνατο τῆς συζύγου του, φοίτησε στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία τοῦ Καζὰν καὶ τὸ 1898 ἐκάρη μοναχός. Ἀποφοίτησε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία τὸ 1899 καὶ ἀμέσως διορίστηκε προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα καὶ ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Παρέμεινε στὴν Κορέα μέχρι τὴν 17η Ἀπριλίου 1904, ποὺ ἐκδιώχθηκε κατὰ τὸν ρωσσο-ιαπωνικὸ πόλεμο ἀπὸ τοὺς Ἰάπωνες. Τὸ ἴδιο ἔτος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Τσεμποκσάρσκ καὶ τὸ 1905 μετετέθη λόγῳ ἀσθενείας στὴν Ἐπισκοπὴ Ἐλισαβετγκράντ, τῆς Ἐπαρχίας Χερσῶνος. Στὶς 22 Ὀκτωβρίου 1906, σὲ ἡλικία μόλις 37 ἐτῶν, κοιμήθηκε στὴν Ὁδησσὸ ἐξ αἰτίας καλπάζουσας φυματίωσης καὶ ἐτάφη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ὁδησσοῦ. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 219, σημ. 73.

[12] Γιὰ τὴν κατασκευὴ τῶν οἰκημάτων τῆς Ὀρθόδοξης Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στὴν περιοχὴ Chong-Dong, καὶ τὴν μεταφορὰ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀπὸ τὸ κτήριο τῆς Διπλωματικῆς Ἀποστολῆς βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 206-209.

[13] Ὁ ἀρχιμ. Παῦλος Ἰβανόφσκυ [Pavel Ivanovsky] (1874-1919) γεννήθηκε τὸ 1874. Τὸ 1896 ἔγινε μοναχός, χειροτονήθηκε ἱερομόναχος καὶ ὑπηρέτησε σ᾽ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἱεραποστολικοὺς σταθμοὺς στὴν περιοχὴ Ζαμπαϊκάλσκ (Πέραν τῆς Βαϊκάλης). Τὸ 1904, μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὸ τμῆμα Κορέας τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Βλαδιβοστόκ ἀμέσως διορίστηκε προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Σεούλ. Μέχρι τὴν λήξη τοῦ ρωσσο-κορεατικοῦ πολέμου, ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μεταβεῖ στὴν Κορέα, ἄσκησε ποιμαντικὰ καθήκοντα στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ στὴν Μαντζουρία. Στὴν Κορέα ἔφθασε στὶς 15 Αὐγούστου 1906 καὶ τὸ 1912 ἀνεκλήθη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Διοικοῦσα Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς Κορέας στὴν Πετρούπολη. Σύντομα ἐξελέγη Βοηθὸς Ἐπίσκοπος Νικόλσκυ-Οὐσσούρισκ τῆς ἐπαρχίας Βλαδιβοστόκ καὶ ἀπὸ τὴν νέα του θέση εἶχε τὴν ἐποπτεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Κορέα. Τὸ 1919 λόγῳ τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς κλονισμένης ὑγείας του κατέφθασε στὸν Καύκασο, ὅπου τοποθετήθηκε ἐπίσκοπος Ἀκσάϊσκ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο κοιμήθηκε ἀπὸ τῦφο στὴν Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης-Λεμπυάσκυ.

[14] Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 220-22 καὶ Ἀνδρέα Στ. Χελιώτη, Ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Κορέα, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 40.

[15] Γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀρχιμ. Παύλου Ivanovsky βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 220 κ.ἑξ., ἀρχιμανδρίτου Avgustin (Νikitin): «Russkaja Pravoslavnaja Missija v Koree» (Ἡ Ρωσσική Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή στήν Κορέα) -(«Ἡ Ὀρθοδοξία στήν Ἄπω Ἀνατολή», τεῦχος ἀρ. 1 – Ἁγ. Πετρούπολις, 1993), σελ. 141 καὶ Anisimov, L.: «Pravoslavnaja missii v Koree. K 90-letiju osnovanija» (Ἡ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή στήν Κορέα. Στήν 90ετία τῆς ἱδρύσεως) -«Περιοδικό τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας» (ρωσσική ἔκδοση, τεῦχος ἀρ. 5, 1991) σελ. 58.

[16] Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 250.

[17] Ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος Κορεάτης ἱερέας π. Ἰωάννης Kang-Tak γεννήθηκε τὸ 1877 στὴν Σεούλ. Σπούδασε στὸ τοπικὸ κρατικὸ σχολεῖο ξένων γλωσσῶν, στὸ ρωσικὸ τμῆμα ἀπὸ τὸ 1896-1903. Κατόπιν συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Ρωσσία σταλμένος ἀπὸ τὴν κορεατικὴ κυβέρνηση. Ἴσως στὴν Ρωσσία εἶχε τὴν πρώτη του ἐπαφὴ μὲ τὸν ὀρθόδοξη πίστη. Ἐπέστρεψε στὴν Κορέα μετὰ τὸ τέλος τοῦ ρωσσο-ιαπωνικοῦ πολέμου τὸ 1906 καὶ διορίστηκε ἀπὸ τὴν κορεατικὴ κυβέρνηση δάσκαλος καὶ διερμηνέας στὸ ἱεραποστολικὸ σχολεῖο τῆς Σεούλ. Τότε βαπτίστηκε Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ ἔγινε πολύτιμος βοηθὸς τοῦ ἀρχιμ. Παύλου Ἰβανόφσκυ στὸ μεταφραστικὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Βλ.  ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 284 καὶ ἀρχιμ. Nikitin, Avgustin, «Rossiya I Koreya: Obzor Tserkovnikh Sbyazei» (Ρωσσία καί Κορέα: Ἀνασκόπηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων), ἄρθρο στό διαδίκτυο (2006) (http://miryanin.narod.ru/rossija_i_koreja.html).

[18] Ὁ ἀρχιμ. Εἰρήναρχος Σεμανόφσκυ (Irinarkh Shemanovsky) καταγόταν ἀπὸ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε τὸ 1873 στὸ Νόβγκοροντ. Τελείωσε τὶς σπουδές του στὸ Αὐτοκρατορικὸ Ἰνστιτοῦτο Γκαττσίνσκυ τὸ 1892. Κατὰ τὰ ἔτη 1895-1897 σπούδασε στὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο τοῦ Νόβγκοροντ. Τὸ 1897 ἔγινε μοναχὸς καὶ κατόπιν χειροτονήθηκε ἱερομόναχος. Τὸ 1898 διορίστηκε διευθυντὴς τῆς Ἱεραποστολῆς στὸ Ὀμπντόρσκ, ἀκριτικό ρωσσικό βορρᾶ, ὅπου ὑπηρέτησε γιά μερικά χρόνια. Ἀπό τό 1910 ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στήν Ἐκκλησιαστική Ἐπαρχία Τβιέρ. Τό 1912 ἔλαβε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καί τοποθετήθηκε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγίου Πνεύματος-«Ἰλλιοντορόβσκυ». Τό ἴδιο ἔτος διωρίσθηκε προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στήν Σεούλ. Τὸ 1914, κατόπιν ἐντολῆς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχιακῆς Ἀρχῆς, ἀνακλήθηκε ἐκ τῆς Κορέας στὸ Βλαδιβοστόκ καὶ διορίστηκε διευθυντὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς-Σεμιναρίου στὸ Σεντάνκ. Λόγῳ προβλημάτων στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Σεμιναρίου ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Σεμινάριο καὶ ἀργότερα τοποθετήθηκε ἡγούμενος στὴν Μονὴ Ἰσσίκκουλσκυ. Κατὰ τὴν λεηλασία καὶ τὴν σφαγὴ τῆς ἀδελφότητας ἀπὸ ἐπαναστάτες Κιργιζίους δολοφονήθηκε τὸ ἔτος 1917 ἤ 1918 ἤ κατ᾽ ἄλλους τὸ 1922 ἤ 1923. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 251, σημ. 113 καὶ 306 καὶ 252-256.

[19] Ὁ δεύτερος κατὰ σειρὰν Ὀρθόδοξος Κορεάτης ἱερέας π. Λουκᾶς Κίμ (Kim Hyi-Jun), γεννήθηκε στὶς 19 Δεκεμβρίου 1882 στό χωριό Τεζινχέ τοῦ ρωσσικοῦ Νομοῦ Πριμόρσκ. Βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξος τό 1886, φοίτησε στό ἐπαρχιακό ἐκκλησιαστικό σχολεῖο (1895-1897) καί συνέχισε τίς σπουδές του στό κρατικό σχολεῖο ξένων γλωσσῶν τῆς Σεούλ (1898-1899). Τό 1906 προσελήφθη ὡς δάσκαλος στό σχολεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς. Ὁ π. Λουκᾶς νυμφεύθηκε τὴν Μαρία Kim Heung Up, (κοιμήθηκε στὶς 11 Μαρτίου 1959), καὶ ἀπέκτησαν τρεῖς γιοὺς καὶ τρεῖς κόρες.Τὸ 1913 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὶς 31 Μαρτίου 1924 πρεσβύτερος. Εἶχε τὴν εὐθύνη τῶν δύο ὀρθόδοξων ἱεραποστολικῶν σταθμῶν στὶς πόλεις Κιοχὰ καὶ Καράγκαϊ. Ἀπεβίωσε στὶς 19 Δεκεμβρίου 1929. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 256, σημ. 116. Ὡς ἔτος γεννήσεως τοῦ π. Λουκᾶ κατὰ τὸν Fr. Feodossi ἀναφέρεται τὸ 1881, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ ἐγγονοῦ του Πέτρου Kim Jong Hwa πρὸς τὸν συγγραφέα τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναθηματικῆς στήλης στὸν τάφο του στὸ Ὀρθόδοξο Κοιμητήριο Γιονγκμιρι ἔτος γεννήσεώς του εἶναι τὸ 1882.

[20] Ὁ ἱερομόναχος Βλαδίμηρος Σκριζάλιν [Vladimir Skrizhalin] γεννήθηκε τό 1868. Σπούδασε στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Καζάν καί τό 1898 τοποθετήθηκε στήν Ρωσσική Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή στό Πεκίνο. Τό 1906 μετετέθη στήν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή στήν Σεούλ καί τό 1909 ὑπηρέτησε προσωρινά στό Ἱεραποστολικό Μετόχι στό Βλαδιβοστόκ. Τό 1911 ἐπανῆλθε στήν Κορέα καί τό 1914 ἀνέλαβε τήν διεύθυνση τῆς Ἱεραποστολῆς. Ὁ π. Βλαδίμηρος,  σύντομα μετά τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του, ἔλαβε τό ὀφφίκιο τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ ἀπενεμήθη τό παράσημο τῆς «Ἁγίας Ἄννης» 3ης τάξεως. Κατόπιν αἰτήσεώς του ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἱεραποστολὴ τῆς Κορέας τὰ μέσα Ἰουνίου τοῦ 1917 γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας τῆς Θρησκευτικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ ρωσικοῦ Στρατοῦ καὶ Ναυτικοῦ. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 220, σημ. 75 καὶ 259.

[21] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 257 καὶ Ἀνδρέα Στ. Χελιώτη, Ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Κορέα, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 90.

[22] Ὁ ἱερομόναχος Παλλάδιος [Palladii Seletski] γεννήθηκε τό 1880. Σπούδασε στό Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Ζιτομίρ καί ἔμεινε γιά χρόνια στήν Λαύρα Ποτσάεβ, ὅπου ἔλαβε τήν μοναχική κουρά καί χειροτονήθηκε ἱερομόναχος. Ἀπό τό 1913 φοίτησε στό τμῆμα Κορέας τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἰνστιτούτου Βλαδιβοστόκ. Ἀπεφοίτησε τό 1917 καί ἀμέσως διωρίσθηκε προϊστάμενος τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα. Παρέμεινε στήν θέση αὐτὴ μόνο τρεισήμισυ μῆνες. Μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κορέα πῆγε στὸ Βλαδιβοστὸκ. Τὸ 1917 αὐτοαποσχηματίσθηκε ἀπὸ κληρικός καὶ διορίστηκε σὲ κάποια πολιτικὴ ὑπηρεσία. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 259, σημ. 121 καὶ 260-266.

[23] Ὁ ἀρχιμ. Θεοδόσιος Περεβάλωφ [Feodosii Perevalov] (1875-1933) γεννήθηκε τό 1875. Ἔγινε δόκιμος μοναχός τό 1894 στήν σκήτη Γεθσημανῆ τῶν Σπηλαίων, πού ἀνῆκε στήν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος-Ἁγίου Σεργίου. Τό 1897, μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῆς Λαύρας ἔγινε δεκτός στήν Ἀδελφότητά της. Τό 1904, κατά τήν διάρκεια τοῦ Ρωσσο-Ἰαπωνικοῦ πολέμου, ὑπηρέτησε στήν Μαντζουρία ὡς ψάλτης σέ ἐνοριακή ἐκκλησία. Τό 1906 συμπεριελήφθη στό προσωπικό τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα ὡς χοράρχης καί δάσκαλος τῆς ψαλτικῆς. Τό 1908 ἐκάρη μοναχός καί τό 1910 χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος καί ἱερομόναχος. Τό 1911 ὑπηρέτησε στό Ἱεραποστολικό Μετόχι στό Βλαδιβοστόκ, ἀσκῶντας ποιμαντικά καθήκοντα. Ἀπό τό 1913 ἕως τό 1916 ὑπηρέτησε σέ ἱεραποστολικό σταθμό τῆς ἐπαρχίας Βλαδιβοστόκ. Τό 1916 διορίστηκε ἱερέας στό καταδρομικό «Ὀρυόλ» (Ἀετός) τοῦ Σιβηρικοῦ Στόλου καί τό 1917 ἀνέλαβε τήν διεύθυνση τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα. Κοιμήθηκε τὸ 1933 στὸ Τόκυο. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 267, σημ. 127 καὶ Fr. Dionysii Posdyaev, «K istorii rossiiskoi dukhovnoi missii v Koree» (Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα). («Κορεατικές Μελέτες στήν Ρωσσία», τεῦχος ἀρ. 1, Μόσχα, 1999), 199.

[24] Ὁ πατὴρ Dionysii Posdyaev («K istorii rossiiskoi dukhovnoi missii v Koree» (Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα). («Κορεατικές Μελέτες στήν Ρωσσία», τεῦχος ἀρ. 1, Μόσχα, 1999, 198) χαρακτηρίζει τήν ὑπαγωγή αὐτή ὡς «διακοπή τῶν κανονικῶν σχέσεων μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας».

[25] Στήν πραγματικότητα ἡ ὑπαγωγή αὐτή εἶχε καθαρά πνευματικό καί ὄχι διοικητικό χαρακτῆρα. Ἡ Ἱεραποστολή τῆς Κορέας δέν ἀποτελοῦσε ὀργανικό τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἰαπωνίας, ἡ ὁποία δέν καθόριζε τήν λειτουργία τῆς Ἱεραποστολῆς. Μόνο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Τόκυο Σέργιος προσωπικά εἶχε πνευματικό καί συμβουλευτικό ρόλο στά θέματα τῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Κορέας (Πρβλ. Mikhail V. Shkarovsky, Russkaya Pravoslavnaya Dukhovnaya Misiya v Koree [The Russian Orthodox Mission in Korea], http://www.bogoslov.ru/text/465367.html). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Τόκυο Σέργιος τὴν 1η Ἰουλίου 1922 ἐπισκέφθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὴν Κορέα. Κατά τήν διάρκεια τῆς παραμονῆς του στήν Σεούλ φιλοξενήθηκε ἀπό τόν Ἀγγλικανό ἐπίσκοπο Mark Trollope, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσε φιλικές σχέσεις. Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 303. Τήν 5η Μάρτιου τοῦ 1923, ὁ ἱερομόναχος Θεοδόσιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σέργιο τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου (Ἔνθ᾽ ἀνωτ. 291). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σέργιος ἐπισκέφθηκε καί πάλι τήν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή στήν Σεούλ τήν 30η Δεκεμβρίου 1923 καθ’ ὁδόν πρός τό Χαρμπίν. Παρέμεινε 2-3 ἡμέρες, χοροστάτησε στόν Ἑσπερινό καί τέλεσε τήν θ. Λειτουργία καί τήν Δοξολογία γιά τό νέο ἔτος τήν 1η Ἰανουαρίου 1924. Ἐπίσκεψη στήν Κορέα πραγματοποίησε ὁ Σέργιος καί τό ἔτος 1928 (Βλ. Ἀνδρέα Στ. Χελιώτη, Ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Κορέα, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 101).

[26] Βλ. Feodosii Perevalov, σελ. 290.

[27] Volkov, Maxim G.: «Pravoslavnaya Tserkov v Koree» (Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στήν Κορέα) (Asiya i Africa segodnya – τεῦχος 4/2009), σελ. 66.

[28] Shkarovsky, Mikhail V.: ἔνθ᾽ ἀνωτ. Σημειωτέον ὅτι, τόν Αὔγουστο 1921 ὁ Ἐπίσκοπος Νέστωρ, πηγαίνοντας στό Τόκυο, εἶχε ἐπισκεφθῆ τήν Σεούλ καί εἶχε παραμείνει στήν Ἱεραποστολή γιά 2-3 ἡμέρες. Ἐπίσης, τήν 17η Δεκεμβρίου 1923 εἶχε ἐπισκεφθῆ καί πάλι τήν Κορέα, ἐπιστρέφοντας στό Χαρμπίν, καί εἶχε λειτουργήσει στόν ναό τῆς Ἱεραποστολῆς. Βλ. Perevalov, Feodosii, σελ. 303.

[29] Κρατικά Ἀρχεῖα Ρωσσικῆς Ὁμοσπονδίας. Βλ. Shkarovsky, Mikhail V., ἔνθ᾽ ἀνωτ.

[30] Posdyaev, Dionysii, «K istorii rossiiskoi dukhovnoi missii v Koree» (Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα). («Κορεατικές Μελέτες στήν Ρωσσία», τεῦχος ἀρ. 1, Μόσχα, 1999, σελ. 199. – Παρά ταῦτα, ἡ Μητρόπολις Χαρμπίν ἔστειλε τό 1934 ἀπό τήν Μαντζουρία στήν Κορέα τόν Ρῶσσο ἱερέα π Ἰωάννη Τροστιάνσκυ, τόν ὁποῖο διόρισε ὡς ἱερέα στὸ παρεκκλήσι τῆς οἰκογένειας Γιανκόφσκυ, πού ὑπαγόταν, ὡς φαίνεται, στήν Ρωσσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς μέχρι τό 1945. Ἡ πληροφορία ὅτι ἀπό τό 1945 (μέχρι τό 1953) τὸ παρεκκλήσι ὑπαγόταν στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας σημαίνει ὅτι ἀκολούθησε τήν προσχώρηση στό Πατριαρχεῖο Μόσχας τοῦ Μητροπολίτου Νέστορα και τῶν ἄλλων Μητροπολιτῶν τῆς Μαντζουρίας, πού ἀνῆκαν στήν Ρωσσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς.

[31] Bolshakoff , S: «The Foreign Missions of the Russian Orthodox Church»  (London-New York, 1943) σελ. 75.

[32] Κρατικά Ἀρχεῖα Ρωσσικῆς Ὁμοσπονδίας. Βλ. Shkarovsky, Mikhail V., ἐνθ᾽ ἀνωτ. καὶ  Bolshakoff, S.,  ἐνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 75.

[33] Posdyaev, Dionysii, ἐνθ᾽ ἀνωτ. (A), σελ. 199

[34] Posdyaev, Dionysii, ἐνθ᾽ ἀνωτ. (B), σελ. 358. Πιθανόν νά γίνεται κάποια συγχύση μέ τό παρεκκλήσι τῆς οἰκογένειας Γιανκόφσκυ στήν Novina, πού βρισκόταν ἐκεῖ ἀπό τό 1934, καί τόν ὁποῖον εἶχε ἐπισκεφθῆ ἱερέας ἀπό τήν Σεούλ πρό τοῦ 1935. Πάντως, καί οἱ δύο ἰδιωτικοί ναοί στήν Πυονγκ-Γυάνγκ καί στήν Novina ὑπάγονταν στήν δικαιοδοσία τῆς Μητροπόλεως Χαρμπίν τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Βλ. Rutt,  R., σελ. 488).

[35] Ὁ τρίτος κατὰ σειρὰν Ὀρθόδοξος Κορεάτης ἱερέας π. Ἀλεξέι Kim (Kim Yi-Han) γεννήθηκε στήν Σεούλ στὶς 25 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1895 (ἤ 1896), ἔλαβε τό Ὀρθόδοξο βάπτισμα τό 1908 καί ὀνομάσθηκε Ἀλεξέι. Παρακολούθησε τό σχολεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς κατά τά ἔτη 1907-1912 καί ἀπό τό 1914 ἄρχισε νά ὑπηρετῆ τήν Ἐκκλησία ὡς ψάλτης στήν ἐπαρχία. Πρώτη του θέση ἦταν ὁ ἱεραποστολικός σταθμός στό χωριό Κιοχά, ὡς βοηθός τοῦ ἱερέως π. Ἰωάννου Κάνγκ. Νυμφεύθηκε τὴν Λυδία Hwa-Sook Kwon (권 화 숙) καὶ ἀπέκτησαν ὀκτὼ παιδιὰ ἐκ τῶν ὁποίων μόνον τὰ ἑξῆς τέσσερα ἐπέζησαν: ἡ Τατιάνα, ὁ Νικολάϊ, ὁ Κώστας καὶ ἡ Ἑλένη. Τό 1932 χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Μητροπολίτη Τόκυο Σέργιο (Sergii Tikhomirov). Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1948 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στό Τόκυο ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βενιαμίν, ὁ ὁποῖος τόν διόρισε προϊστάμενο τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεούλ, καί τοῦ ἀνέθεσε τήν διαποίμανση τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας. Πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 ὁ π. Ἀλέξιος ἀναγκάσθηκε, γιά νὰ ἀποφύγει τὸν ἔλεγχο τῆς ἰαπωνικῆς ἀστυνομίας, νά ἐγκαταλείψει τήν Σεούλ καί γιά τέσσερα χρόνια ἔζησε στήν πόλη Τσαμουόν (Chamwon), ὅπου ὑπηρετοῦσε ἡ κόρη του Τατιάνα Kim Sung-duk ὡς δασκάλα. Τό 1938 ὁ π. Ἀλέξιος συνελήφθη ἀπό τίς Ἰαπωνικές ἀρχές καί ἔμεινε στήν φυλακή γιά ἑνάμισυ περίπου χρόνο. Αἰτία τῆς φυλακίσεώς του ἦταν ἡ ἀπόπειρα τοῦ ἀδελφοῦ του Μιχαήλ Kim Dong-han, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει καί ψάλτης τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς καί τότε ὑπηρετοῦσε ὡς διερμηνέας στό Σοβιετικό Προξενεῖο στήν Σεούλ, νά διαφύγει στήν Ρωσσία ὅταν αὐτό ἔκλεισε τό 1938. Ἡ ἀπόπειρα αὐτή ὅμως τοῦ Μιχαήλ Κίμ ἀπέτυχε∙ συνελήφθη καί πέθανε στήν φυλακή ἀρχές τοῦ 1940.  Τήν 9η Ἰουλίου 1950, μετά τήν τέλεση τῆς θ. Λειτουργίας, ὁ π. Ἀλεξέι συνελήφθη στὸ σπίτι του παρουσία τῆς συζύγου πρεσβυτέρας Λυδίας Hwa-Sook Kwon καὶ τοῦ γιοῦ του Κώστα Kim Chang-Sik ἀπό τούς εἰσβολεῖς βορειοκορεάτες στρατιῶτες πού εἶχαν καταλάβει τήν Σεούλ, καί ἀπό τότε ἐξαφανίσθηκε. Βλ. Lankov, A.: «Christianstvo v Koree» (Ὁ Χριστιανισμός στήν Κορέα) – Problemi Dalnogo Vostoka, τεῦχος 2/1999, 131).  Ἡ οἰκογένειά του ποτέ δέν ἔμαθε νέα του. Ἡ τύχη του, ὁ τόπος θανάτου καί ταφῆς του παραμένουν ἄγνωστα μέχρι σήμερα. Οἱ στρατιῶτες πού τόν συνέλαβαν δέν τοῦ ἐπέτρεψαν οὔτε κἄν νά ἀλλάξει ροῦχα. Πιθανός λόγος τῆς συλλήψεώς του ἦταν ἡ ἀπροθυμία του νά συνεργασθεῖ μέ τόν σοβιετικό στρατό, μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Κορέας ἀπό τήν ἰαπωνική κατοχή τό 1945. Τό Τσαμουόν, στό ὁποῖο ζοῦσε ἐκείνη τήν ἐποχή μέ τήν οἰκογένειά του, ἦταν σέ περιοχή τῆς Κορέας, πού βρισκόταν ὑπό τόν ἔλεγχο τῶν σοβιετικῶν. Ἡ νέα στρατιωτική διοίκηση, πού ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ, τοῦ ζήτησε νά ἐργασθῆ ὡς διερμηνέας της, ἐπειδή γνώριζε καλά τήν ρωσσική γλῶσσα. Ὁ π. Ἀλεξέι  ὅμως πῆρε τήν οἰκογένειά του καί ἔφυγε νύκτα ἀπό τό Τσαμουόν γιά τήν Σεούλ, ἀφήνοντας πίσω ὅλα τά ὑπάρχοντά του. Βλ. Simbirtseva, Tatiana M. «The Orthodox Church in Korea: Pages of Modern History», 2000 (ἀνέκδοτη ἐργασία). Πληροφορίες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ π. Ἀλεξέι Κὶμ συλλέξαμε ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴν κόρη του Τατιάνα Kim Sung-duk, ἡ ὁποία γεννήθηκε στὶς 6 Δεκεμβρίου 1924.

[36] Ὁ ἱερομόναχος Πολύκαρπος Πριιμάκ [Polikarp Priimak] (1912-1989) γεννήθηκε τό 1912 στό Βλαδιβοστόκ. Ἀρχές τοῦ 1920 μετανάστευσε μέ τήν οἰκογένειά του στήν Μαντζουρία, ὅπου τό 1930 τελείωσε τό Γυμνάσιο. Τό 1931 πῆγε στήν Ἰαπωνία καί σπούδασε στό Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Τόκυο. Τήν 8η Μαρτίου 1936 χειροτονήθηκε διάκονος ἀπό τόν  Μητροπολίτη Τόκυο Σέργιο, τήν 13η Μαρτίου ἔλαβε τήν μοναχική κουρά καί τήν 15η Μαρτίου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ἀναχώρησε γιά τήν Σεούλ τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1936. Στὶς 18 Δεκεμβρίου 1948 συνελήφθη ἀπὸ τὶς κορεατικὴ Ἀστυνομία ὡς σοβιετικὸς κατάσκοπος καὶ κρατήθηκε στὴν φυλακὴ μέχρι τὶς 29 Δεκεμβρίου. Στὶς 19 Ἰουνίου 1949 φυλακίστηκε καὶ πάλι. Μετὰ ἀπὸ δέκα μέρες ἀποφυλακίστηκε καὶ στὶς 29 Ἰουνίου 1949 ἀπελάθη μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του. Μὲ συνοδεία ἀστυνομικῶν ἔφθασαν στὶς 3 Ἰουλίου 1949 στὴν Πυονγκγυάνγκ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Χαρμπὶν τῆς Μαντζουρίας. Τό 1951 ὁ ἀρχιμ. Πολύκαρπος διορίσθηκε προϊστάμενος τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου καί παρέμεινε μέχρι τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1955. Τήν 17η Ἰουλίου 1957 ἐξελέγη ἀπό τήν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος Κίροφσκ καί Σλομπόντσκ. Τόν Νοέμβριο 1961 μετετέθη στήν Ἐπαρχία Ἀρχάγγελσκ (Ἐπίσκοπος Ἀρχάγγελσκ καί Χολμογκόρσκ) καί στήν συνέχεια στήν ἐπαρχία Ἰβάνοβο, ὅπου ὑπηρέτησε ἀπό τόν Φεβρουάριο 1966 μέχρι τόν Ἰούλιο 1968, ὁπότε ἔγινε Ἐπίσκοπος Πένζας καί Σαράνσκ. Πέθανε στήν Συμφερόπολη τήν 23η Ἰουλίου 1989.

[37] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 306.

[38] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 306.

[39] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 306.

[40] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 306.

[41] Βλ. Feodosii Perevalov, ἔνθ᾽ ἀνωτ. 306.

[42] Dionysii Posdyaev, «K istorii rossiiskoi dukhovnoi missii v Koree» (Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα) – βελτιωμένη μορφή στό «Istoriya Rossiskoi Doukhovnoi Missii v Koree» (Ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἱεραποστολῆς στήν Κορέα – Μόσχα, ἔκδ. Ἀδελφότητας Ἁγ. Βλαδιμήρου, 1999, 356.

[43] Νikitin, Avgustin Ἀρχιμ.,«Russkaja Pravoslavnaja Missija», σελ. 142.

[44] Posdyaev, Dionysii, ἔνθ᾽ ἀνωτ., 356 – Νikitin, Avgustin Ἀρχιμ., ἔνθ᾽ ἀνωτ., 142.

[45] Τὸ Ἐκστρατευτικὸ Σῶμα Ἑλλάδας (Εκ.Σ.Ε.) ἀποτελοῦσε τὴν πρώτη ἑλληνικὴ συμμαχικὴ ἀποστολὴ στὰ πλαίσια τοῦ ΟΗΕ. Τὸ Εκ.Σ.Ε. περιελάμβανε δυνάμεις τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ τῆς βασιλικῆς ἀεροπορίας ἀποτελούμενο ἀπὸ 67 ἄτομα καὶ 7 ἀεροσκάφη C-47 Ντακότα. Στὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ 1950-1955 ὑπηρέτησαν στὴν Κορέα 669 ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ 9.586 ὁπλῖτες τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δηλ. 10.225. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων ἔχασαν τὴν ζωή τους 6 ἀξιωματικοὶ καὶ 168 ὁπλῖτες καὶ 12 στελέχη τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας (=186). Οἱ τραυματίες πολέμου ἀνῆλθαν σὲ 33 ἀξιωματικοὺς καὶ 577 ὁπλῖτες (=610). Ἐπίσης ἀπωλέσθηκαν 4 ἀεροσκάφη C-47 Ντακότα. (Βλ. περισσότερα Τὸ Ἐκστρατευτικὸν Σῶμα Ἑλλάδος εἰς Κορέαν, 1950-1955, Ἔκδοσις Διευθύνσεως Ἱστορίας Στρατοῦ, Ἀθῆναι: 1977)

[46] Πρὶν ἀπὸ τὸν π. Χαρίτωνα Συμεωνίδη ὑπηρέτησαν στὸ Εκ.Σ.Ε. στὴν Κορέα οἱ στρατιωτικοὶ ἱερεῖς π. Νεόφυτος Βαλετέλης (9/12/50- 19/3/1951) καὶ π. Ἠλίας Τρατωλὸς (23/3/1951-28/3/1952), ἀλλὰ δὲν ἔχουμε μαρτυρίες ἐὰν εἶχαν κάποια ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους Κορεάτες. Τὸ πιὸ πιθανὸν εἶναι νὰ μὴν μπόρεσαν νὰ συναντήσουν κανέναν Ὀρθόδοξο Κορεάτη λόγῳ τοῦ ὅτι, ὡς γνωστόν, οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Σεοὺλ εἶχαν φύγει, ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου, πρὸς τὸ Νότο.

[47] Ὁ Μητροπολίτης Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου Χαρίτων Συμεωνίδης γεννήθηκε στὴ Νικομήδεια τῆς Μ. ᾽Ασίας τὸ 1912. ᾽Αποφοίτησε ἀπὸ τὴν θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ 1935. Διάκονος χειροτονήθηκε τὸ 1939 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Σάμου Εἰρηναῖο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε τὸ 1940 καὶ Μητροπολίτης Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου τὸ 1965. Στὴν θέση αὐτὴ παρέμεινε μέχρι τὸ 1974. Κοιμήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1987.

[48] Βλ. Ἀρχιμ. Μιχαὴλ Κουράκλη, Θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ στὸ στράτευμα διὰ μέσου τῶν αἰώνων, Ἀθήνα 2010, σελ.599.

[49]  Ὁ π. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος, υἱὸς τοῦ Χρήστου καὶ τῆς Ἄννας γεννήθηκε στὴν Πάτρα Ἀχαΐας στὶς 30 Νοεμβρίου 1908. Στὰ πρώιμα νεανικά του χρόνια ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἐμπόριο. Ἀργότερα ἀποφάσισε νὰ σπουδάσει θεολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν ὅπου ἀποφοίτησε τὸ 1939 σὲ ἡλικία 31 ἐτῶν. Κατὰ τὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο ὑπηρέτησε στὸ Ἀλβανικὸ Μέτωπο (Ὀκτώβριος 1940-Μάϊο 1941). Ἐν συνεχείᾳ κατὰ τὴν γερμανικὴ κατοχὴ τῆς Ἑλλάδας ἀνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στὰ συσσίτια ἀγάπης στὴν Ἀθήνα. Στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς Ἀδελφότητας Θεολόγων ἡ «Ζωή», ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Πατάρων Μελετίου ἐκάρη μοναχὸς στὶς 31 Αὐγούστου 1946, διάκονος τὴν 1 Σεπτεμβρίου 1946, πρεσβύτερος καὶ ἀρχιμανδρίτης τὴν 25 Αὐγούστου 1947. Ὑπηρέτησε ὡς Ἱεροκήρυκας στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἀλεξανδρουπόλεως ἀπὸ τὶς 25 Σεπτεμβρίου 1947 μέχρι τῆς κοιμήσεώς του στὶς 22 Σεπτεμβρίου 1979. Κατὰ μικρὰ μόνο διαστήματα ἀποσπάσθηκε στὶς Βασιλικὲς Τεχνικὲς Σχολὲς Λέρου (1951-1952) καὶ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Καρδίτσης (1952-1953). Ἀκολούθησε τὸ Ἐκστρατευτικὸ Σῶμα Ἑλλάδος στὴν Κορέα ἀπὸ τὸν Μάρτιο 1953 μέχρι τὸν Αὔγουστο 1954. Τὰ ἄνω στοιχεῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἀδελφότητας Θεολόγων ὁ «Σωτήρ».

[50] Συνυποψήφιος τοῦ π. Βόριδος Moon, γιὰ τὴν θέση τοῦ ἱερέα τῆς Ὀρθόδοξης Κοινότητας, ἦταν ὁ γιὸς τοῦ π. Λουκᾶ Κίμ, Πέτρος Kim Ha Keoun.

[51] Ὁ π. Βόρις Μοὺν (Moon Yi–Han) γεννήθηκε τὸ 1910. Φοίτησε στὸ Ὀρθόδοξο Ἱεραποστολικὸ Σχολεῖο τῆς Σεούλ. Ὑπῆρξε γιὰ χρόνια βοηθὸς καὶ γραμματέας τοῦ π. Ἀλεξέι Κὶμ καὶ γνώριζε καλὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Νυμφεύθηκε τὴν Μαρία Myung-Soon Kim καὶ ἀπέκτησαν τρεῖς κόρες καὶ ἕνα γιό: τὴν Ἄννα Soon-Ja, τὴν Ναταλία Gil-Ja, τὴν Βαλσάμω Hye-Ja καὶ τὸν Δανιὴλ Jun-Sik. Ὁ π. Βόρις λίγους μῆνες μετὰ τὴν χειροτονία του τὸ 1954 φρόντισε γιὰ τὴν λειτουργία τοῦ Γυμνασίου Θηλέων, ἀφοῦ πρῶτα ἀνακαίνισε μὲ οἰκοδομικὰ ὑλικὰ καὶ χρήματα ποὺ τοῦ ἔδωσαν τὰ μέλη τοῦ Εκ.Σ.Ε. τὸ παλαιὸ μεγάλο κτήριο ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ Chong-Dong. Στὸ Γυμνάσιο φοιτοῦσαν 600 μαθήτριες μὲ 18μελὲς διδακτικὸ προσωπικό. Τὸ Γυμνάσιο σταμάτησε τὴν λειτουργία του τὸ 1959, λόγῳ τῆς πυρκαγιᾶς ποὺ τὸ κατέστρεψε ὀλοσχερῶς. Ὁ π. Βόρις καὶ ἡ πρεσβυτέρα του Μαρία κοιμήθηκαν στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1977 ἀπὸ δηλητηρίαση ποὺ προκλήθηκε λόγῳ διαρροῆς μονοξειδίου τοῦ ἄνθρακος στὸ παραδοσιακὸ σύστημα θερμάνσεως τοῦ σπιτιοῦ τους (ondol; the Korean under-floor heating system) κατὰ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου τους. Ὁ π. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος περιγράφει ὡς ἑξῆς τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ π. Βόριδος: « ἱερεύς π. Βόρις ἔχει βαθείαν συνείδησιν τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς του. Εἶναι ταπεινός, ζηλωτής καί εὐσεβής κληρικός. Ἐργάζεται μέ ὅλας του τάς δυνάμεις. Ἔχει ἀγαπήσει τήν ἐκκλησίαν του καί τούς χριστιανούς του. Τελεῖ κάθε Κυριακήν καί ἑορτήν τήν θείαν Λειτουργίαν, ὅπως ἐπίσης δέν παραλείπει νά κηρύττῃ καί ἑρμηνεύῃ τό ἱερόν Εὐαγγέλιον.

            »Ἔχει ἑτοιμάσει μίαν ὡραίαν ἐκκλησιαστικήν χορωδίαν ἀπό 23 νέους Κορεάτας. Ἐπισκέπτεται τούς χριστιανούς εἰς τάς οἰκίας των, φροντίζει μέ κάθε τρόπον νά τούς ἐξυπηρετῇ, νά τούς ἐνισχύῃ καί νά τούς θερμαίνῃ εἰς τήν πίστιν. Κάθε Κυριακήν κάμνει Κατηχητικόν Σχολεῖον εἰς τά παιδιά καί προετοιμάζει πολλούς διά τό Μυστήριον τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

»Ἐπίσης, ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ὁμιλεῖ διά τήν χριστιανικήν Θρησκείαν εἰς τούς μαθητάς τοῦ Γυμνασίου». Βλ. Ἀνδρέου Χαλκιοπούλου, Περὶ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Κορέαν, Ἔκθεσις πρὸς τὴν Θρησκευτικὴν Ὑπηρεσίαν Γ.Ε.Σ., 1954.

[52] Ὁ ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἰβηρίτης (κατὰ κόσμον Βασίλειος Κατρίτος) γεννήθηκε τὸ 1914 στὴν Ἡρακλείτσα Ἀνατολικῆς Θράκης. Σπούδασε στὴν Ἀθωνιάδα Ἐκκλησιαστικὴ Ἀκαδημία καὶ στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους προσῆλθε ὡς δόκιμος στὶς 2 Αὐγούστου 1932 καὶ παρέμεινε μέχρι τὴν 24 Φεβρουαρίου 1954. Ἐκάρη μοναχὸς στὶς 24 Αὐγούστου 1933 καὶ ἀργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος. Διετέλεσε κληρικὸς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ στρατιωτικὸς ἱερέας ὡς Διευθυντὴς Θρησκευτικῆς Ὑπηρεσίας 3ου Σώματος Στρατοῦ στὴν Θεσσαλονίκη. Κοιμήθηκε στὴν Ἀθήνα τὴν 10η Μαΐου 2009. Τὰ ὡς ἄνω στοιχεῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων, Ἁγίου Ὄρους.

[53] Ὁ κατὰ κόσμον Παναγιώτης Ψιάχας γεννήθηκε στὴν Χαλκηδόνα στὶς 30 Μαρτίου 1916. Ἀποφοίτησε ἀπό τὴν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης τὸ 1941. Διάκονος χειροτονήθηκε τὸ 1941 ἀπό τὸν Μητροπολίτη Προύσης Πολύκαρπο και Πρεσβύτερος στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1945 ἀπό τὸν Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Χρυσόστομο. Ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στὸν Καθεδρικό Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας στὸ Λονδίνο ἀπὸ τὸ 1947 μέχρι τὸ 1959. Στὶς 6 Δεκεμβρίου 1959 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας. Στὶς 8 Ἰανουαρίου 1970 ἐξελέγη Μητροπολίτης τῆς νεοσύστατης Μητροπόλεως Νέας Ζηλανδίας καὶ Ἔξαρχος Κορέας. Στὶς 21 Ἰουλίου 2003 ἐκλέχτηκε Μητροπολίτης Προύσης. Ἀπεβίωσε στὶς 6 Ιανουαρίου 2008.

[54] Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Σωτήριος Τράμπας γεννήθηκε στήν Ἄρτα τό 1929. Ἀποφοίτησε ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τό 1951. Ὑπηρέτησε τήν στρατιωτική του θητεία στήν Θρησκευτική Ὑπηρεσία Στρατοῦ, κηρύττοντας σέ διάφορες στρατιωτικές μονάδες τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Τό 1956 ἐκάρη μοναχός στὴν Ἱερὰ Μονὴ Λειμῶνος. Χειροτονήθηκε Διάκονος καί ὑπηρέτησε ὡς Ἱεροκήρυκας στήν Ἱ. Μητρόπολη Μηθύμνης. Τό 1960 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί ἔλαβε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Τό 1965 ἐπέστρεψε στόν στρατό καί ὑπηρέτησε ὡς στρατιωτικός ἱερέας στήν περιοχή Ἔβρου. Ἀπό τό 1968 μέχρι τό 1973 ὑπῆρξε Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καί ἀπό τήν θέση αὐτή συνέβαλε στήν ἵδρυση καί λειτουργία τοῦ Κέντρου Συμπαραστάσεως Οἰκογενείας, ἀλλά καί ἄλλων κοινοφελῶν Ἱδρυμάτων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Τὸ 1975 ἀποσπάσθηκε στὴν Κορέα, στὴν ὁποία ἔφθασε τήν 1η Δεκεμβρίου καί ἔγινε δεκτός μέ μεγάλη ἀνακούφιση ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Κορεάτες. Τὸ 1993 ὁ π. Σωτήριος ἐκλέχτηκε ἀπὸ τὴν Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Ν. Ζηλανδίας καὶ Ἐξάρχου Κορέας Διονυσίου μὲ τὸν τίτλο Ζήλων. Τὸ 2004 ἐκλέχτηκε πρῶτος Μητροπολίτης τῆς νεοϊδρυθείσης Μητροπόλεως Κορέας. Τὸ 2008 παραιτήθηκε οἰκειοθελῶς ἀπὸ Μητροπολίτης Κορέας. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔκανε δεκτὴ τὴν παραίτησή του καὶ τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Πισιδίας.

[55]Τό 1974, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου Ἁγίου Νικολάου, Σεούλ, Κώστας Κίμ, γυιός τοῦ π. Ἀλεξίου Κίμ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν βοήθεια τοῦ π. Ἀνδρέα Χαλκιόπουλου εἶχε σπουδάσει θεολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ἔγραψε μία ἐπιστολὴ μὲ τὴν ὁποία ζητοῦσε, ἐξ ὀνόματος τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητας, νά ἀποσταλεῖ ἕνας ἱερέας ἐξ Ἑλλάδος γιά νά διακονήση τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία στήν Κορέα. Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ μία φωτογραφία μὲ Κορεατόπουλα ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεοὺλ ἔστειλε πρός τὸν γνωστό του Ἕλληνα ἱερέα π. Κωνσταντῖνο Χαλβατζάκη, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑπηρετήσει ὡς ἀνθυπολοχαγὸς στὴν Κορέα (1955….), ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερέας γιὰ ἕξι μῆνες τὸ 1973 στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Νικολάου καὶ γνώριζε τὶς ἀνάγκες τῆς ἱεραποστολῆς. Στήν ἐπιστολή του ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητας Σεούλ ἔγραφε: «Αἰσθανόμαστε ὀρφανοί. Χρειαζόμαστε ἕνα ἱερέα». Ὁ π. Κωνσταντῖνος Χαλβατζάκης μὲ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ πῆγε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Σκέπης Παπάγου καὶ τὴν ἔδειξε στὸν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ ἀρχιμ. π. Σωτήριο Τράμπα, γιὰ νὰ προσπαθήσουν ἀπὸ κοινοῦ νὰ βροῦν κάποιο κατάλληλο ἱερέα ποὺ θὰ ἤθελε νὰ ἀποσπασθεῖ ὡς κληρικὸς στὴν Κορέα. Ὁ π. Σωτήριος ὅταν διάβασε τὴν ἐπιστολὴ καί, κυρίως, ὅταν εἶδε τὴν φωτογραφία τῶν παιδιῶν δάκρυσε ἀπὸ συγκίνηση καὶ εἶπε: «Θὰ πάω ἐγώ»!

[56] Δεύτερος Μητροπολίτης Κορέας ἐκλέχτηκε ὑπὸ τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὴν 27η Μαΐου 2008 ὁ Ἀμβρόσιος Ζωγράφος, ὁ ὁποῖος διακονεῖ μόνιμα στὴν Κορέα ἀπὸ τὶς 23 Δεκεμβρίου 1998 ὡς Ἀρχιμανδρίτης καὶ ἀπὸ τὶς 5 Φεβρουαρίου 2006 ὡς Ἐπίσκοπος Ζήλων. Παράλληλα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διακονία του στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κορέας ὑπηρετεῖ ἀπὸ τὸ 2004 καὶ ὡς Καθηγητὴς στὸ Hankuk University of Foreign Studies (Τμῆμα Ἑλληνικῶν Σπουδῶν).

[57] Γιὰ μικρότερα ἤ μεγαλύτερα χρονικὰ διαστήματα διακόνησαν στὴν Κορέα καὶ οἱ ἑξῆς ἐξ Ἑλλάδος προερχόμενοι κληρικοί: πρωτοπρ. Κωνσταντῖνος Χαλβατζάκης, ἀρχιμ. Παγκράτιος Μπρούσαλης, ἀρχιμ. Σωφρόνιος Γραβάνης, ἀρχιμ. Κύριλλος Χριστάκης (μετέπειτα Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος), ἀρχιμ. Θεόκλητος Τσίρκας, ἀρχιμ. Νικόδημος Γιαννακόπουλος, ἀρχιμ. Γεώργιος Στέφας, Μητροπολίτης Ἀχελώου Εὐθύμιος, ἀρχιμ. Χριστοφόρος Ρακιντζάκης (νῦν Ἐπίσκοπος Ἀνδίδων), ἀρχιμ. Δαμασκηνὸς Βολιώτης,  ἱερομ. Ἰγνάτιος Σεννῆς (νῦν Μητροπολίτης Μαδαγασκάρης), πρωτοπρ. Νικόλαος Γαλιλαῖος, πρωτοπρ. Ἐλευθέριος Χαβάτζας καὶ ἀρχιμ. Πορφύριος Κονίδης.

[58] Γιὰ τὴν ἀνέγερση ὑπὸ τῆς βορειοκορεατικῆς κυβερνήσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίας Τριάδος Πιονκγιάνγκ ἐστάλη στὴν Β. Κορέα ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κορέας μεγάλη βοήθεια σὲ ὑλικὰ ὅπως π.χ. οἰκοδομικὰ ὑλικά, ἀνυψωτικὸς γερανός, δύο ἠλεκτρογενήτριες, κλιματιστικά, κ.λπ. Ἡ κατάθεση τοῦ θεμέλιου λίθου τοῦ Ναοῦ ἔγινε τὴν 24 Ἰουνίου 2003 καὶ τὰ ἐγκαίνια τὴν 13 Αὐγούστου 2006.

[59] Ἀρχεῖο Ἱ.Μ.Κορέας, Ἐπιστολὴ (Ἀριθμ. Πρωτ. 12/29-1-1998) τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ζήλων Σωτηρίου πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ν. Ζηλανδίας καὶ Ἔξαρχο Κορέας Διονύσιο περὶ ἀποστολῆς Ρώσσου Ἱερέως ἐκ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας στὴν Κορέα.

[60] Ἀρχεῖο Ἱ.Μ.Κορέας,  Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ζήλων Σωτήριο (10-7-2000) ὁ τότε Ἀρχιγραμματεύων τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου Σεβ. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Μελίτων, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Ρώσσου ἱερέως γράφει ὅτι «κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακονίας αὐτοῦ ὁ εἰρημένος κληρικὸς (σ.σ. δηλαδὴ ὁ Ἱερομόναχος Θεοφάνης Κίμ) κατὰ τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας καὶ τελετὰς θὰ μνημονεύῃ τοῦ ὀνόματος μόνον τοῦ κυριάρχου Μητροπολίτου, ἤτοι τοῦ Σεβ. Νέας Ζηλανδίας κ. Διονυσίου· ἐν περιπτώσει δὲ συλλειτουργίας μετὰ τῆς ὑμετέρας Θεοφιλίας τοῦ ὀνόματος ὑμῶν» (σ.σ. ἐννοεῖται τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ζήλων Σωτηρίου).

[61] Ἀρχεῖο Ἱ.Μ.Κορέας,  Ἀριθμ. Πρωτ. 1188/3.7.2000.

[62] Βλ. Ἀπόφαση γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Διασπορὰ τῆς Δ´ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης στὸ ἐν Σαμπεζὺ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ 6- 13 Ἰουνίου 2009.